Χρονογράφημα του Γιάννη Λουρή...

 για τον συγχωριανό μας και φίλο Νίκο Αγγελή

 

 

 Θεσσαλονίκη 1968.

 

  Μακεδονικός- Ορχομενός 0-3. 

 

     Με το που σφύριξε ο διαιτητής τη λήξη του αγώνα έτρεξα στα αποδυτήρια. Χαρές και πανηγύρια.  Τους έδωσα συγχαρητήρια κι ο Νίκος έβγαλε από τη τσέπη και μου έδωσε τριακόσιες δραχμές. Πόσες ελβιέλες χαλάσαμε στα αλώνια και  πόσες σόλες από σκαρπίνια, αν και μερικοί έπαιζαν και ξυπόλητοι, τουλάχιστον στο Νίκο έπιασαν τόπο. Βγάλαμε ένα ποδοσφαιριστή να εκπροσωπήσει το χωριό μας, έστω και σε ομάδα Β΄Εθνικής. Ξεχώριζε ο Νίκος στη μπάλα,  ήταν και πρώτο μπόι, τον είχε ο πάνω μαχαλάς για εκλέκτορα όταν παίζαμε απάνω με κάτω μαχαλά. Όταν παίζαμε Ολυμπιακοί με Αεκτζήδες ήταν ο εκλέκτορας των Αεκτζήδων. Στο αγώνα δεν μιλάγαμε με τα ονόματά μας αλλά με τα παρατσούκλια. Ο Ξηνταράς, ο Χοντρός, ο Λίγδας, ο Σεραφείμ, ο Τσιλίκης, το Κατσίκι, ο Σκουράντζος, ο Σακαφλιάς, το Αυγό, ο Παππούς του απάνω μαχαλά και ο Γκάϊντας, ο Σπόγγος, ο  Γκέκας, η Λεμονιά, η Γιαννούλα, ο Κουκομύτης, ο Γιαλέσας, η Γμάρα, το Καραμζάκι, το Σκουλίκι  του κάτω μαχαλά. Ωραία χρόνια ξέγνοιαστα. Ήταν  η μία αδυναμία μας.

     Και η  δεύτερη.  Ο χορός και τα κλαρίνα. Κάθε καλοκαίρι  γυρίζαμε από χωρίον εις χωρίον στον κάμπο της Λαμίας.  Πανηγύρι δεν χάναμε.  Ηράκλεια, Κομποτάδες, Βαρδάτες, Φρατζή, Δαμάστα, Ανθήλη, τα πιο κοντινά με τα πόδια και στα πιο μακρινά με τα αστικά λεωφορεία. Δυο Βουνά, Δέφινο και Κουμαρίτσι δεν περιλάμβανε  το μενού λόγω έλλειψης συγκοινωνίας,  ήταν και αυτή ανηφόρα ανυπέρβλητο εμπόδιο.  Μας  διασκέδαζαν με τα τραγούδια τους:   Τσαούσης, Κοντοβαίοι, Σκαφίδας, Κιτσάκης, Βέρα, Βαρσαμάς, Ζάχος. Είχαμε και την τύχη να δούμε από κοντά και τους  Στέλιο  Καζαντζίδη στην Ηράκλεια  και την Πόλυ Πάνου  στο Φρατζή,  αυτούς  ως απλούς  επισκέπτες. 

     Γιάννη, τι γίνεται  εκείνη η ψυχή ο Νίκος, με ρώταγε ο Δημήτρης ο Λάϊος.  Συναντιόμασταν στο Υμηττό,  πηγαίνοντας για περπάτημα και τα λέγαμε. Γείτονας ο Δημήτρης στην  Ηλιούπολη, από το Πουρνάρι Δομοκού. Θυμόταν ο Δημήτρης:  «Ο Νίκος όταν έρχονταν ο Τσαούσης στο πανηγύρι στην Αντίκυρα δεν έβγαινε από το χορό αν δεν πέταγε και το τελευταίο κατοστάρικο. Έβγαζε τα παπούτσια του και ξυπόλυτος σε κάθε  στροφή, άνοιγε το πορτοφόλι και έριχνε από ένα κατοστάρικο. Στο τέλος γύριζε  το πορτοφόλι ανάποδα, έβαζε και τα παπούτσια πάνω στο πάλκο.  Ταπί και ψύχραιμος.  Την άλλη μέρα το πρωί μου ‘λεγε «Γιεγιέ, έχεις κανένα κατοστάρικο να με δανείσεις». Μ’ έλεγε Γιεγιέ, επειδή είχα μακριά μαλλιά και  καμπάνα παντελόνι». Στην Αντίκυρα έμειναν στο ίδιο δωμάτιο για ένα διάστημα μέχρι που παντρεύτηκε ο Δημήτρης.  Είχε γνωρίσει και τη θεια Βασίλω. Να του δώσεις χαιρετισμούς άμα πας στο χωριό, μου ’λεγε κάθε φορά. Δούλευαν και οι δυο στην Αντίκυρα στο Κατσαδήμα  όπως και αρκετοί ακόμη από το χωριό μας και το Γοργοπόταμο.

    Συνομήλικος με τον αδελφό μου ο Νίκος μαζί πήγαν φαντάροι τον Ιανουάριο του ’65. Ο Νίκος στο Πυροβολικό, υπηρετούσε  στον Έβρο  με  διοικητή τον Παπαδόπουλο. Εκείνη την εποχή έγινε και το σαμποτάζ με τη ζάχαρη. Ο Νίκος κάτω στα υπόγεια, στο Διοικητήριο, κρυπτογράφος, άκουγε τις φωνές από τα βασανιστήρια που έκαναν σε δυο στρατιώτες να ομολογήσουν. Ένα χρόνο υπηρέτησε ως προστάτης. Ιανουάριο του  ’66 με το απολυτήριο στο χέρι ήρθε στο χωριό. Απόφοιτος Εκκλησιαστικής Σχολής  βρήκε εύκολα δουλειά στην Βιομηχανία Γάλακτος Λαμίας. Μισθός τρεις και εξήντα. Εν τω μεταξύ για όλους μας η μοίρα  Κλωθώ, δουλεύει  πλέκοντας το νήμα της ζωής μας, χωρίς να ζητάει τη γνώμη μας.  Το ίδιο  καλοκαίρι ο Νίκος  δέχτηκε πρόταση από τον Τάκη Παλαντά, γαμπρό του Κατσαδήμα να πάει να δουλέψει στην Αντίκυρα, με ιδιαίτερα καλές αποδοχές. Μισθός  γύρω στις οκτώ χιλιάδες. Εκεί βρέθηκαν, εργοδηγοί και οι δυο, με τον Δημήτρη.  

     Κοντά στα Χριστούγεννα του ήρθε  κι ο διορισμός  στα Διόδια κατόπιν ενεργειών κλπ, τα ξέρετε τώρα, να μη τα λέμε, όπου εκεί τρεις παρά εξήντα θα έπαιρνε, δεν απεδέχθη. Έτσι στη θέση του Νίκου βρέθηκε ο αδελφός μου. Είναι αυτά που πλέκουν οι μοίρες και το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον, όπως έλεγαν οι αρχαίοι.

     Κάποια στιγμή τελείωσαν τα έργα στα Άσπρα Σπίτια.  Η  μικρή πολιτεία, με σχέδια του μεγάλου  πολεοδόμου Απόστολου Δοξιάδη, για τη διαμονή των εργαζομένων στο Εργοστάσιο Αλουμίνας Πεσινέ, με ωραία σπίτια, μεγάλους δρόμους, με χώρους αναψυχής, με σχολεία, με παιδικές χαρές, ήταν ένας μικρός παράδεισος.

 Τα επόμενα έργα της μεγάλης κατασκευαστικής  εταιρίας ήταν στο Αίγιο. Φορτηγά, εκσκαφείς, μπετονιέρες, ο Νίκος υπεύθυνος.  Νίκο, του έλεγαν κάποιοι οδηγοί, αγόρασε ένα οικόπεδο να σου φτιάξουμε μια  πολυκατοικία δωρεάν. Δεν χαμπάριζε ο Νίκος. Εδώ σύκα  του λέγαμε να πάει να μαζέψει, όπου πήγαινε το μισό χωριό, και δεν πήγαινε.  Στο Αίγιο βρέθηκε με μετάθεση και ο αδελφός μου. Ο Νίκος στις ταβέρνες, στα πανηγύρια και ο αδελφός μου;  Τι έκανε, Νίκο, ο Τάκης τον ρώτησα κάποτε. Μου απάντησε με κινήσεις των χεριών του όπως μοιράζουν  τα χαρτιά της τράπουλας. Ο Νίκος  χαρτιά δεν έπιανε στα χέρια του. Εκεί στο Αίγιο δεν είχαν τελειώσει ακόμα τα έργα που τους τελείωσε ο Κατσαδήμας. Η χήρα τι ήξερε από μπετά και ασφαλτοστρώσεις, εταιρεία τέλος. Ο Νίκος μ’ ένα τοπογράφο μηχανικό που ήξερε τη δουλειά βρέθηκαν στη Λειβαδιά να ανοίξουν εργαστήριο  αναγόμωσης  ελαστικών. 

     Καλοκαίρι του ’79  ξεκινήσαμε από το χωριό να πάμε στο Σχηματάρι στο εργοστάσιο του Πετζετάκη να ρωτήσουμε για σωλήνες που θα χρειαζόμασταν για να φέρουμε νερό από το Λίθνο σε δικό μας αποκλειστικά δίκτυο. Μαζί ο μπάρμπα Σπύρος ο Χασιακός ως πρόεδρος της κοινότητας, ο μπάρμπα Σπύρος ο  Σπυρόπουλος και ο μπάρπα Μήτσος ο Δοντάς. Στο γυρισμό λέει ο πρόεδρος: Πάμε Γιάννη από τη Λειβαδιά να δούμε το Νίκο. Τι θα χάναμε τη τσόχα ή τα ραφτικά, πήγαμε. Τον βρήκαμε στη φάμπρικα να δουλεύει μέσα στη μαυρίλα από πάνω μέχρι  κάτω.

Η συνεταιρική επιχείρηση είχε γίνει προσωπική.  Εργοδότης και εργαζόμενος ταυτόχρονα ο  Νίκος. Ο συνέταιρος είχε το δίπλωμά του βρήκε αλλού δουλειά και αποχώρησε.  Παντρεμένος με τη Δήμητρα από την προηγούμενη χρονιά.  Εκεί στη Λειβαδιά γεννήθηκαν οι δίδυμες κόρες, εκεί πήγαν  νηπιαγωγείο δημοτικό.    

     Αρχές του ‘90 η και ενώ η Κλωθώ καλά το πήγαινε  το πλέξιμο, παρενέβη η άλλη μοίρα αυτή που μοιράζει τα «λαχεία»,  η Λάχεσις,  και πήγε να κάνει τη ζαβολιά της. Έτσι ο Νίκος οικογενειακώς  αναγκάστηκε να μετακομίσει  στο χωριό. Το πρωί δουλειά στο εργοστάσιο Τσιπίτα, το απόγευμα στο καφενείο στον πλάτανο. Παρέα με  τον πατέρα μου και το μπάρμπα Γιάννη Κολοβελώνη θα τους εύρισκες να παίζουν τριόμφο. Ο τρίτος πλήρωνε τα τσίπουρα. Ο Νίκος το έφερνε δύσκολο να πληρώνουν οι μπαρμπάδες, ήταν και οι μέντορές του στο τριόμφο, επεδίωκε να χάνει για να πληρώνειο ίδιος. Στα επόμενα χρόνια πέρασε στη πρέφα και στο τέλος σε τετράδα μπιρίμπα, αλλά πάντα για τα τσίπουρα. Η Δήμητρα να φροντίζει όλα αυτά τα χρόνια την κατάκοιτη θεια Βασίλω. Έφυγε η θεια από τη ζωή να ξεκουραστεί μια στάλα κι η Δήμητρα.  Τα κορίτσια η Ντίνα με τη Βίκη είχαν πάρει το δρόμο σε σπουδές και σε δουλειές στην Αθήνα.   

     Το 2007  η Λάχεσις έκανε επανεμφάνιση με το καλό της πρόσωπο.  Ήταν τότε που η Ντίνα  έφερε στους γονείς της το Θανάση.  Το 2008 στο γάμο της Ντίνας οι Σεριφιώτες έδωσαν τη δικιά τους νότα. Όταν ήρθαν στο σπίτι με το βιολί και το λαούτο για να  παραλάβουν τη νύφη με το ζόρι ο Νίκος κρατήθηκε και δεν έβαλε τα κλάματα από τη συγκίνηση.  Και μετά στου Τεμπέλη γλέντι τρικούβερτο. Έδωσαν τα ρέστα τους οι νησιώτες. Ήρθαν μετά και τα εγγόνια, πρώτα ο Ιάσωνας  και από κοντά και ο Ίωνας. Τα έφερναν  τα καλοκαίρια στο χωριό οι γονείς τους και τα παρέδιναν στις αγκαλιές του παππού και της γιαγιάς.  Γέμιζε με χαρούμενες παιδικές φωνές το σπίτι του από τους μπόμπιρες, χαριτωμένα και τα δυο.   

     Το 2010 άρχισε η μεγάλη περιπέτεια της υγείας του Νίκου. Η μοίρα έδειξε το σκληρό της πρόσωπο. Σαν τον Οδυσσέα που περιπλανιόταν στη Μεσόγειο θάλασσα για δέκα χρόνια σε πείσμα του Ποσειδώνα και αν δεν είχε τη συμπαράσταση της θεάς Αθηνάς δεν επρόκειτο να δει την Ιθάκη του. Κάπως έτσι και  ο Νίκος δέκα χρόνια κι αυτός έζησε τη δικιά του μικρή «Οδύσσεια»  περιπλανόμενος  σε διάφορα νοσοκομεία. Και κατάφερε να φτάσει μέχρις εδώ χάρη στη δικιά του προστάτιδα τη καλή του Δήμητρα.  Με Ιώβεια υπομονή στάθηκε δίπλα του και δεν λύγισε. Αμέριστη ήταν και η συμπαράσταση των δύο αγαπητών θυγατέρων του και του γαμπρού του Θανάση μη εξαιρουμένου. Να ζήσετε να τον θυμάστε.

     Σε άρθρο της «Καθημερινής» ο καθηγητής Χαρίδημος Τσούκας  με τίτλο «Η λογική της φροντίδας» έχει ως προμετωπίδα ένα απόφθεγμα του Αυστριακού φιλοσόφου  Λούντβιχ Βιτγκεστάιν .  «Όταν εξαντλήσω τις αιτιολογήσεις, έχω φτάσει σε βράχο και το φτυάρι μου στραβώνει. Τότε έχω την τάση να πω: ‘’Απλά αυτό κάνω’’.  Το άρθρο αναφέρεται στο υψηλό αίσθημα ευθύνης που έδειξε το προσωπικό των νοσοκομείων στην περίθαλψη ασθενών από τον κορωνοϊό και καταλήγει στο ότι απλά έκαναν αυτό που είναι η δουλειά τους: «το τίμημα της επαγγελματικής συνείδησης είναι η προσωπική αυταπάρνηση χάριν της προσφοράς στον άλλο».  Η Δήμητρα ήταν πάντα παρούσα στη «λογική της φροντίδας» γιατί απλά αυτό είχε μάθει και ήξερε να κάνει.  23 Απριλίου του έτους 2020,  ανήμερα του Αγίου Γεωργίου ήρθε και τον επισκέφτηκε η τρίτη μοίρα η Άτροπος και άμα έρθει αυτή, που κανένα δεν ξεχνάει, χαιρέτα μας τον πλάτανο. Αδυνατισμένο βρήκε το  νήμα της ζωής του Νίκου και τσουκ το έκοψε. Πέραν της Δήμητρας και της  κόρης του Βίκης, λίγοι ακόμη συγγενείς και φίλοι παρευρέθηκαν στην εξόδιο ακολουθία λόγω της καραντίνας. Η οικογένεια της Ντίνας, από τη Κύπρο που βρίσκεται, δεν μπόρεσε να παρευρεθεί και να δώσει τον τελευταίο χαιρετισμό στο αγαπημένο τους πατέρα και παππού.

 Από τη παλιοπαρέα εκείνη της  ανέμελης εποχής λίγοι έχουμε απομείνει. Είμαι ένας από  αυτούς που δεν μπόρεσε να παρευρεθεί στον τελευταίο ασπασμό.                  

 ***  Χρονογράφημα - Ύστατος χαιρετισμός του  Γιάννη Λουρή στον αγαπητό Συγχωριανό μας Νίκο Αγγελή ***