Επιδρομές στο χωρίο....

                                                                         στα δραματικά χρόνια του εμφυλίου!!!

 

 

 

***  Άρθρο του  Γιάννη Λουρή ***

 

      Τις τελευταίες μέρες έφτασε στα χέρια μου το βιβλίο του Κωνσταντίνου Σακαρέλου, εκπαιδευτικού,  με τίτλο:  Από το Κρίκελλο στα χνάρια τους… τα χρόνια της Αντίστασης και του Εμφυλίου.  (Εκδόσεις γράμμα, ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ 2016). Με έκπληξη διάβασα το παρακάτω κείμενο:

Τα τμήματα της 172ης Ταξιαρχίας  από τη θέση Λιβαδιές της  Οίτης, όπου λημέριαζαν, κάποιο βράδυ κινήθηκαν προς το μικρό πεδινό χωριό Αλεπόσπιτα, κοντά στη Λαμία, με αποστολή τους την εξασφάλιση τροφίμων. Με το που έκαναν την εμφάνισή τους στο χωριό, οι ΜΑΫδες το έσκασαν κι από τους χωρικούς έμειναν ελάχιστοι. Ντουφεκιές δεν έπεσαν, γιατί η Λαμία ήταν κοντά. Μπήκαν στα σπίτια για επιμελητειακή εκμετάλευση. Πήραν βιαστικά ό,τι βρήκαν. Δεν υπήρχε διαθέσιμος χρόνος  για σχολαστική αναζήτηση. Άρχισε η σύμπτηξη και  ο ανήφορος. Έφτασαν και πάλι στην Οίτη. …(Βιβλιογραφία: Σελ. 156 Βασίλη Αποστολόπουλου και σελ 307 Αριστείδη Θεοχάρη).

Όμως η κάθοδος αυτή των ανταρτών δεν υπήρξε αναίμακτος. Υπήρξαν τότε δύο αθώα θύματα. Με βάση τις  μαρτυρίες:  του πατέρα μου Λουρή Γεωργίου,  της Μαρίας του Χρόνη, της Ευαγγελίας Κολοφωτιά, του Θωμά του Βελέντζα, του Ηλία  Ανδριόπουλου και  του Χρήστου Μακρή, έχω γράψει στο βιβλίο μου «Ο Κολίγος» το 2013 τα εξής που σχετίζονται με την καθοδο αυτή:

«… Οι άνθρωποι γύρισαν στις δουλειές τους, αλλά πάντα ζούσαν με τον φόβο των ανταρτών. Δεν έλειψε αυτά τα χρόνια η εισβολή στο χωριό ομάδων ανταρτών για την απόκτηση κάποιων αγαθών προς συντήρησή τους. Βλέπετε τα ορεινά χωριά είτε από την ενόχληση των ανταρτών είτε με τη συμβουλή των αρχών τα εγκατέλειψαν για να μη βρίσκουν να τρώνε. Όταν υπήρχαν υποψίες ή πληροφορίες  για νυχτερινή κάθοδο, οι ντόπιοι κατέφευγαν στον κάμπο. Η μεγάλη εισβολή τελικά έγινε στις 6 Ιουλίου του ’47. Είχαν οι κάτοικοι ενημερωθεί(1) από το μεσημέρι και έλαβαν τα μέτρα τους. Τα γυναικόπαιδα στον κάμπο. Οι γέροντες μόνο παρέμειναν σπίτια τους (και κάποιες γυναίκες). Καταστρώθηκε «στρατηγικό» σχέδιο απόκρουσης των εισβολέων. Με τις οδηγίες των ηγητόρων στήθηκαν  και δύο μπλόκ άμυνας (2) από τους άντρες. Η ηγετική ομάδα κατέφυγε στη Λαμία για να ζητήσει τη συμβολή του στρατού. Στο ένα μπλοκ στην άκρη στο χωριό στήθηκε και ένα οπλοπολυβόλο. Τον χειρισμό ανέθεσαν στον Βασίλη τον Παρηγόρη. Οι υπόλοιποι με κυνηγετικά όπλα, λες και περίμεναν να περάσουν τίποτε μπεκάτσες. Επτακόσια άτομα (3) λένε ότι κατέβηκαν εκείνο το βράδυ, ποιος κάθισε να τους μετρήσει, σαν αστακοί εξοπλισμένοι, για τα τρία γειτνιάζοντα χωριά(4). Ο δεκαεννιάχρονος Βασίλης καμία εμπειρία δεν είχε από οπλοπολυβόλα, είχε όμως την ατυχία να γέρνει το κατιτίς προς τα αριστερά. Τελεμένος από την κούραση, όλη τη μέρα κουβαλούσε με τα άλογα άχυρα από τα Αλώνια στο σπίτι του, λέει στους υπόλοιπους,  "εγώ θα πλαγιάσω λίγο, άμα ακούσετε τα σκυλιά του Μουράτου να γαβγίζουν, ξυπνήστε με". Δεν άργησε να σουρουπώσει. Να είδε κανένα κακό όνειρο ο Βασίλης, δεν το έμαθε κανείς ποτέ. Δεν άργησαν τα  τσοπανόσκυλα  του Μουράτου, στο τελευταίο σπίτι ψηλά στην άκρη του χωριού, να στείλουν το μήνυμα και να το παραλάβουν τ’ άλλα σκυλιά του χωριού. Χαλασμός Κυρίου απ’ τα αλυχτίσματα. Ο Βασίλης πετάχτηκε από τον ύπνο και πήρε θέση μέσα στην αυλακιά πίσω από το οπλοπολυβόλο, έχοντας για βοηθό τον Γιάννη τον Μαστορογιάννη. Όταν βρέθηκαν οι αντάρτες σ’ απόσταση βολής έριξε ο Βασίλης για την τιμή των όπλων, μάλλον στον βρόντο. Και σε κλάσματα του δευτερολέπτου έγειρε δίπλα μια για πάντα. Λίγο νωρίτερα είχε διώξει τον βοηθό και φίλο του  Γιάννη, "εγώ χαμένος για χαμένος είμαι, δε γλιτώνω αύριο απ’ αυτούς", τρέξε να σωθείς  εσύ τουλάχιστον. Για τους υπόλοιπους τώρα, είναι να ρωτάτε. Βλέποντας τον Βασίλη να πέφτει από τις σφαίρες νεκρός, έβγαλαν φτερά τα πόδια τους .

Πέρασαν οι αντάρτες από τα σπίτια και πήραν ό,τι βρήκαν φαγώσιμο. Η θειά η Βαγγελή (του Κολοφωτιά),  με μικρά παιδιά είχε μείνει στο σπίτι. Από απομαγνητοφώνηση η παρακάτω διήγησή της, όπως την έζησε και με ρουμελιώτικη προφορά. « Ήρθαν δυο άτομα μέσα, μου έμασαν τον τραχανά απ’ το τραπέζι, όλο όπως ήτανε, τα κορίτσια καταή, λέω ρε παιδιά αφήστε και για μένα λιγάκι, εδώ στο παλιό το σπίτ’. Θα φτιάξετ κι άλλο εσείς, εμείς τι θα φάμε, μου είπαν. Έφκαν ύστερα, αφού δεν μας σκότωσαν, τίποτα». Σας πήραν πράματα θειά; « Ό,τι ήβρανε, τι είχαμε μέσα; Όλα, αλλού λίπα, τι είχαμε; αυτά που είχαμε. Ύστερα πήγε κοντά η πεθεράμ’ μας πήραν δυο βόδια και μια γελάδα τμόγεννη. Ρε παιδιά, λέει, κρίμα εφτά μηνών γκαστρωμένη η γελάδα, μαλτέζα,  καλή. Λέει, θα την απολύσουμε πάλι, αλλά πήραν και τ’ Νικ τ’ Αγγελή κι απόλσιαν αυτήν, δεν ήξεραν ποια ήτανε. Απόλσαν τη μια, τη δική μας τη χάσαμε. Τι να πω, δύσκολα χρόνια, πολύ φοβισμένα, πάρα πολύ φοβισμένα».  Οι δικοί μου, θειά, ήταν στην καλύβα πέρα στη Μαγγανιάρα; Στ’ παπά το κοτέτσι από δώθε. Ήταν κι ο παππούς μου εκεί, ο πατέρα σ’; Κι ο παππούς δεν θα ήτανε, θα έζγη, α όχι ο παππούς δεν ήτανε, έμεινε σπίτι, ο άλλος ο παππούς, ο Κολοβελώνης ήτανε. Η γιαγιά η Λένη εδώ, μια αδελφή που είχε η πεθερά μ’ ήταν βλαμμένη, δεν μπόργει να πάει πθινά, κάθονταν μαζί για νάχει παρέα. Άλλο τίποτα, τι να θμηθώ; αυτές τις τιμωρίες  τις θμάμαι, πλάλαγαμε, την Αλεξάνδρα ήταν μικρή δεν περπάταγε, την είχα στο σβέρκο. Τα χάλια μας περάσαμε, τώρα αυτά άμα τα γνωρίζαμε τίποτα.

Πήγαν οι αντάρτες και στο σπίτι μας. Που είναι γέροντα ο γιος σου, τον ρωτήσανε. Με τα πράματα κάτω στον κάμπο. Πήγαινε να τον δεις εδώ πιο πέρα σκοτωμένο. Σου λέει, νομίζει ότι μας κοροϊδεύει ο παππούς, ας τον τρομάξουμε μια στάλα. Πήγαν και στου Παλαντά το σπίτι, δίπλα στο ποτάμι. Στο σπίτι βρίσκονταν μόνο η Παλαντού, η κυρά Λένη. – Που είναι κυρά ο άντρας σου, τα παιδιά σου; - Λείπουν σε δουλειές. – Παραμέρισε να μπούμε να ψάξουμε. Η κυρά Λένη έχει φράξει την πόρτα, ανυποχώρητη. Με τα πολλά την σέρνουν έξω στην αυλή και κάποιος τράβηκε το πιστόλι. Λέγανε ότι ο μικρότερος  γιος της (ο περιβόητος Άγγελος) είχε βιάσει την αδελφή του εκτελεστή κατεβάζοντας την από το μουλάρι σε κάποιο χωριό. Έκαψαν εκείνο το βράδυ και τέσσερα πέντε στοχευμένα σπίτια και αποχώρησαν (5).  

 Οι «παλικαράδες» στο μεταξύ μετά το αίτημα για στρατιωτική βοήθεια κατέφυγαν σε κάποιο οινομαγειρείο στη Λαμία και  επέστρεψαν στο χωριό καβαλαρία γύρω στα μεσάνυχτα (6). Ο στρατός το μόνο που έκανε ήταν να στείλει δύο τανκ στο διπλανό Νέο Κρίκελλο. Την άλλη μέρα δεν παράλειψαν να καταλογίσουν τις σχετικές ευθύνες σε όσους είχαν αναθέσει την απόκρουση του εχθρού. Παρά τρίχα τη γλίτωσε ο Τραμπαρίφας( Νίκος ο Καλτσάς του Κων.)  εκείνη τη μέρα. Γιατί δεν ήσουνα μαζί με τους άλλους, Νίκο, και τράβηκε το πιστόλι. Μαζί μας ήταν ο Νίκος, Ηλία (Μπάτσιος),  σταμάτησε τον αρχηγό, κάποιος την τελευταία στιγμή(7).

Παραπομπές:

 (1):  Είχαν φτάσει οι αντάρτες στα Δυο Βουνά πριν το μεσημέρι,  και ένας Δυοβουνιώτης που κατέβηκε στον  Γοργοπόταμο ενημέρωσε  τους  δικούς  μας.

 (2):  Το ένα μπλοκ στήθηκε  στα Αλώνια και το  δεύτερο μπλόκ στη δεξιά μεριά του δρόμου, εκεί που είναι το σπίτι της Μαρίας Καλαματάρα-Χρόνη. Εκεί ήταν, μεταξύ των άλλων, ο Χριστόδουλος Χρόνης και ο Θόδωρος Σταϊκούρας, που ως μεγαλύτεροι είχαν και το γενικό πρόσταγμα,  ο Γιώργος Λουρής, ο Γιάννης Μαστορογιάννης,  ο Νίκος Κ.  Καλτσάς κ.ά.

(3): Για να πάω στον Ευαγγελισμό πριν μερικά χρόνια, όπου νοσηλευόταν ο Γιάννης  Σταϊκούρας, πέρασε από τον φούρνο της κυρά Πόπης του Παλαντά και πήρα λίγα κουλούρια. Στο μονόκλινο δωμάτιο  στον 5ο όροφο βρήκα και τον γιο του τον Γιώργο. Με αφορμή  την νάυλον τσάντα που έγραφε Διαμαντής, πιάσαμε κουβέντα για τα παλιά.  Ο  Γιάννης μου μίλησε για 700  αντάρτες και για το ότι του έκαψαν το σπίτι του. Ο Γιώργος, που αγνούσε τα γεγονότα,   παρακολουθούσε με μεγάλο ενδιαφέρον τη συζήτηση.

(4): Νέο Κρίκελλο, Αλεπόσπιτα, Φρατζή.

(5): Πήγαν να κάψουν και το σπίτι του Νίκου  Βελέντζα του Κων. , του Μεράκια, έριξαν μέσα αγκαλιές πουρνάρια, αλλά την τελευταία στιγμή κάποιος αντάρτης, που είχε γνωρίσει τον μπάρμπα Νίκο στη φυλακή και είχαν γίνει φίλοι,  τους απέτρεψε.  Μου το διηγήθηκε ο ετεροθαλής αδελφός του Θωμάς.   

(6): Στον πλάτανο στην Καρακαβέλω  είχαν καταφύγει πολλοί χωριανοί, από τον Πάνω Μαχαλά, οι του Κάτω Μαχαλά  είχαν πιάσει την  Μαγγανιάρα. Στην Καρκαβέλω φθάνοντας ο πατέρας μου και άλλοι, τον ρώτησε ο Θάνος ο Παρηγόρης, ο πατέρας του Βασίλη, για τον γιο του. Ο πατέρας μου απέφυγε να του ανακοινώσει το τραγικό γεγονός. Το πρωί κάποιος πέρασε και βλέποντας το σώμα του Βασίλη να  κείτεται  ακόμη εκεί, ενημέρωσε τον παππού μου,  τον πρώτο που συνάντησε. 

(7): Μαρτυρία Ηλία Ανδρεόπουλου.

                                                                                                                                            Ηλιούπολη, 21- 6- 2022, Γιάνης Λουρής