Χρονογράφημα του Γιάννη Λουρή για τις ημέρες των Χριστουγέννων στο χωρίο...

 

 

Παιδικές αναμνήσεις Χριστούγεννα, προς το τέλος της δεκαετίας του ’50.

Την παραμονή τα αγόρια του δημοτικού ξεκινάγαμε με το χάραμα για τα κάλαντα.

Γίνονταν αγώνας δρόμου. Στους πρώτους που πηγαίναμε το φιλοδώρημα ήταν σεβαστό, μέχρι και δίφραγκο. Σε κάποια σπίτια μας δίνανε και δεκάρες, τα ξέραμε, αλλά πηγαίναμε και το τραγούδι ολόκληρο το λέγαμε.

Γυρίζαμε το χωριό, 70 περίπου οικογένειες. Σε κάποιες που είχαν πένθος δεν τραγουδάγαμε. Μαζεύαμε 30 με 40 δραχμές, μπορούσαμε να αγοράσουμε δυο κιλά κρέας ή ενάμισι κιλό λάδι, ακόμα και για ένα ζευγάρι παπούτσια έφθαναν.

Τη μέρα αυτή, χρονιάρα μέρα, που εμείς οι μικροί δίναμε τον καλύτερο εαυτό μας στο τραγούδι, τη μέρα αυτή βρήκανε οι μεγάλοι να σφάζουνε τα γουρούνια. Παιδικές φωνές χαρούμενες ανακατεμμένες με τα θλιβερά σκουξίματα των ζώων, παραφωνία σκέτη. Το αγοράζαμε γουρουνάκι μικρό, πριν μπει η άνοιξη. Ό,τι φαγητό περίσσευε το μοιράζονταν με τις κότες. Στο τέλος η κοιλιά του ακουμπούσε στο χώμα, γινόταν πάνω από 100 οκάδες, το περισσότερο ήταν λίπος. Τη σφαγή αναλάμβαναν εργολαβικά καμιά δεκαριά ομάδες των 4 - 5 ατόμων. Η αμοιβή τους ήταν λίγος μεζές και κανένα ποτήρι κρασί. Βοηθούσε στο σφάξιμο του γουρουνιού ο μπάρμπας, ο κουμπάρος, ο γείτονας, θα του δίναμε εμείς τη γαïδούρα, τ’ άλογο, τη σβάρνα και ο Γιαννάκης ήταν πάντα διαθέσιμος για τρέξιμο στο μαγαζί. Όταν η ομάδα τελείωνε το έργο της, το κρεμάγανε στο υπόστεγο ή μέσα στο σπίτι. Ο πατέρας αργότερα θα ολοκλήρωνε το γδάρσιμο και για το τομάρι θα περνούσε ο Γιώργος ο Γκούβας να το πάρει για το εμπόριο, αφού είχε περάσει η εποχή του γουρνοτσάρουχου.

Τη σκυτάλη παίρνανε μετά οι γυναίκες. Αφαιρούσαν το λίπος μαζί με λίγο ψαχνό. Το ρίχνανε στο καζάνι, ρίχνανε και νερό και έβαζαν μπόλικη φωτιά να βράσει. Τα μεγάλα κομμάτια με το λίπος έλιωναν και έμεναν μικρά κομματάκια με λίγο ψαχνό και λίγο λίπος στον πάτο. Με το ρευστό που προέκυπτε γεμίζαμε μέχρι 6 και 7 ντενεκέδες των 10 οκάδων. Όταν μετά πάγωνε, γινότανε άσπρο σα βούτυρο, ήταν η γλίνα, η λίπα που χρησιμοποιούσαμε αντί λαδιού, που ήταν δυσεύρετο, στα φαγητά, στις πίτες, στο τηγάνισμα όλο το χρόνο. Στα υπολείμματα στον πάτο του καζανιού έριχναν πράσο και νερό, τα βράζανε και βγάζαμε τις τσιγαρίθρες. Μπαίνανε σ’ άλλον ντενεκέ και ήταν το πιο πρόχειρο γεύμα μέχρι την άνοιξη, νοστιμότατες.

Γεμίζανε και το παχύ έντερο με μπόλικο πνευμόνι, λίγο από καρδιά, σπλήνα, συκώτι, ρύζι και πράσο, το βράζανε και μετά ψήσιμο στο φούρνο και τα μπουμπάρια ήταν έτοιμα για μεζές στις επόμενες μέρες. Τώρα στο κρεμασμένο σφάγιο έχει μείνει το ψαχνό με τα κόκαλα. Κόβαμε 7 με 8 οκάδες που χρειάζονταν να γίνει κιμάς για τα λουκάνικα. Προσθέταμε και μπόλικα χορταρικά, και γύρω στα 15 λουκάνικα που γίνονταν τα κρεμάγαμε στο μπαλκόνι να στεγνώσουν για μια βδομάδα περίπου. Για τα λουκάνικα, τι να πεις, γλύκισμα, μπουκιά και συχώριο. Ψήναμε στο τζάκι, μοσχοβολούσε το δωμάτιο. Τηγανητά σκέτα, ωραία, αλλά με αυγά ακόμη ωραιότερα. Τα κάναμε οικονομία, να περάσουμε το χειμώνα.

Ανήμερα τα Χριστούγεννα ψήναμε κοντοσούφλι, θα φτιάχναμε κεφτέδες και ντολμάδες με λάχανο -τις σαρμάθες - που μου άρεσαν ιδιαίτερα. Αυτά γίνονταν με φρέσκο κρέας, όσο άντεχε στο φυσικό ψυγείο, το πολύ μια βδομάδα. Ό,τι κρέας περίσσευε, γινότανε παστό σε δοχείο, με μπόλικο χοντρό αλάτι για συντήρηση. Το φτιάχναμε αργότερα φρικασέ, αλλά δεν είχε τη νοστιμιά του φρέσκου.

Το πρωί ξημερώνοντας Χριστούγεννα, οικογενειακώς στην εκκλησία, Από το βράδυ είχε βράσει τη κότα και έμεινε η τελευταία φάση για να γίνει η σούπα. Με το γυρισμό στο σπίτι την ώρα που ξημέρωνε ο Θεός τον κόσμο, έπιανε η μάνα μας να φτιάξει τη σούπα και την τρώγαμε σαν πρωινό μια ώρα αργότερα. Χριστούγεννα γιορτάζαμε παππού και εγγονό.

Οι επισκέψεις γινόταν το βράδυ. Ερχότανε οι φίλοι και οι συγγενείς. Από το χωριό μόνο άντρες. Οι κουμπάροι από την πόλη έφερναν και τις γυναίκες τους. Τους σερβίραμε μεζέδες και κρασί. Φεύγανε για άλλη επίσκεψη. Οι πιο κοντινοί συγγενείς, αφού είχαν περάσει προηγουμένως κι από άλλα σπίτια, κατέληγαν σε μας. Φαγητό, κρασί, λίγες κουβέντες. Αργότερα πιάνανε τα τραγούδια, της τάβλας. Ο μπάρμπα Νίκος καλλίφωνος, από κοντά και οι άλλοι. Μερικά τραγούδια τα μοιράζανε, ένα στίχο οι μισοί, τον άλλο στίχο οι άλλοι. Στις δώδεκα, το πολύ στη μία θα τελείωνε η γιορτή, δεν ήταν συνηθισμένοι στα ξενύχτια.

Πρωτοχρονιά.

Την παραμονή, η θεια η Νίκαινα, η άλλη θεια η Ξτοδουλίνα (η του Χριστόδουλου) και η κουμπάρα Σωτήραινα (του μπάρμπα Σωτήρη) με επέλεγαν για τα «σπούρνι». Ήμουνα το μικρότερο, ήσυχο και καλό παιδί της γειτονιάς, χαρακτηριστικά καλότυχου παιδιού. Αυτή την καλοτυχία περίμεναν να μεταφέρω στην οικογένειά τους. Με καλούσαν για το άλλο πρωί να τους κάνω ποδαρικό. Με ξύπναγε η μάνα απ’ τα χαράματα, ετοιμαζόμουνα και ξεκίναγα. Πρώτα στης θειας της Νίκαινας. Μου άνοιγε η θεια, καλώς το Γιαννάκη, Καλημέρα μπάρμπα. Το τζάκι αναμμένο από ώρα, για να υπάρχει θράκα κι ένα καρεκλάκι δίπλα. Καθόμουνα κοντά στη φωτιά, έφερνε η θεια μια χούφτα αλάτι χοντρό και μου το άδειαζε στα χέρια. Άρχιζα τις ευχές: σπούρν σιτάρι, σπουρν καλαμπόκι, σπουρν φασόλια, έριχνα στη φωτιά αλάτι, έβγαζε σπινθίρες, τσαφ τσουφ, συνέχιζα, σπουρν κότες, σπουρν αυγά, σπουρν κατσίκια, έριχνα ξανά αλάτι. Το αλάτι τελείωνε, έκλεινα τις ευχές με το σπουρν απ’ όλα τα καλά για τυχόν αγαθά που είχα παραλείψει ή κρυφές επιθυμίες. Θα τον φας Γιαννάκη τον μπακλαβά ή να στον τυλίξω για το σπίτι. Και επειδή δεν ήταν και η πιο κατάλληλη ώρα να φάω μπακλαβά έστω και αν ήταν το πρώτο και καλύτερο κομμάτι, όπως καλούσε το έθιμο, το έπαιρνα πακέτο για το σπίτι. Θα πας κι αλλού Γιαννάκη, θα πάω τώρα στη θεια τη Ξτοδουλίνα και μετά στη Σωτήραινα. Μου δίνανε και ένα μικρό φιλοδώρημα, χαιρέταγα και τρεχάλα για τη δεύτερη επίσκεψη.

Τώρα σχετικά με το αποτέλεσμα. Όσον αφορά το μπάρμπα Νίκο, ό,τι δυσάρεστα γεγονότα είχε υποστεί, ήταν παλιότερα, πιστεύω ότι τους έκανα καλό ποδαρικό, όπως και στο μπάρμπα Χριστόδουλο. Τραγικά γεγονότα δεν έτυχε να τους συμβούν, μέχρι τα βαθιά γεράματα έζησαν, και η παραγωγή στα αγροτικά προϊόντα όλο και αυγάτιζε, βοηθούσαν σίγουρα και τα λιπάσματα.

Τελευταία επίσκεψη για σπούρνι έκανα στη Σωτήραινα. Είχαν τότε την κόρη τους Ελένη μικρή και μοναχοκόρη, ήταν το ζευγάρι σε ηλικία παραγωγική. Εδώ προσέθετα και σπούρν παιδιά, και, ω του θάματος, σ’ ένα δυο χρόνια προστέθηκε και το αγόρι.