Πάσχα στα παλιά Αλεπόσπιτα

                                     Όπως το θυμάται ο  Γιάννης Λουρής...

 

 

 

      Από Μεγάλη Πέμπτη άρχιζε ο παπα-Γιώργης τις λειτουργίες. Τα δώδεκα Ευαγγέλια και η Σταύρωση, ο Επιτάφιος, η Ανάσταση, περισσότερα δεν χρειάζονταν να ξέρουμε.

     Από τη Μ. Τετάρτη είχαν φτιάξει οι γυναίκες ψυχούδια και μια λειτουργιά. Θα έβαφαν και κόκκινα αυγά. Μετά τις 10 το πρωί της Μ. Πέμπτης χτυπούσε η καμπάνα. Οι λειτουργιές κατέληγαν στον παπά. Ένα φόρτωμα στο γάιδαρο κατέβαζε η νύφη του Τασία, αυτή μπροστά και πίσω ο παπάς με τη μαγκούρα, θα περάσει καμιά βδομάδα, θα φάνε και οι κατσίκες στο τέλος. Τα ψυχούδια τα ρίχναμε πάνω σε σεντόνια στην αυλή της εκκλησίας και ξαναμοιράζονταν στον κόσμο. Έφερναν και κάποιοι, λιγοστοί αυτοί, ψυχούδια «λαμιώτικα», άσπρα άσπρα και αφράτα, που όλοι τα προτιμούσαν.

     Μεγάλη Παρασκευή. Από νωρίς το πρωί τα αγόρια μ’ ένα σταυρό στο χέρι, στολισμένο με λίγα λουλούδια, θα γυρίσουν το χωριό για να πουν το τραγούδι: «Σήμερα μαύρος ουρανός…». Λίγο αργότερα, οι γυναίκες θα στολίσουν τον επιτάφιο φέρνοντας μερικά λουλούδια από την αυλή τους, αλλά και μπόλικα κλωνάρια πασχαλιές από τα δέντρα που εμείς τα αποκαλούμε «Απρίλη». Εκείνα τα χρόνια ο ενορχηστροτής στο στόλισμα του επιτάφιου ήταν η δραστήρια Θανάσαινα η Ανάγναινα η και «μαμή» αποκαλούμενη. Μερικά χρόνια αργότερα, στον Αη Γιώργη πλέον στην πλατεία, στο ρόλο αυτόν θα δούμε την πανάξια Βαγγελή του Παρηγόρη. Περιφορά του επιτάφιου δεν κάναμε στο χωριό, αλλά γύρω από την εκκλησία, λόγω και της θέσης του Αη Γιάννη, μη τα φορτώνουμε και όλα στον υπέργηρο παπά!

     Το Μ. Σάββατο έσφαζε ο πατέρας το αρνί που είχε μεγαλώσει ο ίδιος. Το έβαζε στο καντάρι για ζύγισμα, να ξέρουμε και τι τρώμε, είναι γάλακτος; 25 οκάδες, λέει ο πατέρας, καλό είναι, και γάλακτος. Το λίγο παραπάνω βάρος οφείλονταν στην καλή διατροφή και όχι στην ηλικία. Κατά τις 4 το πρωί χτυπούσε η καμπάνα. O παπα-Σταϊκούρας, αφού διαπίστωνε πλήρη απαρτία, βγαίνοντας στο ιερό ρωτούσε «έχουν έρθει όλοι;», εννοώντας όλες οι οικογένειες, έβγαζε και την Ανάσταση, έσκαγαν μερικές στρακατούρκες για το καλό και έφευγαν για το σπίτι οι περισσότεροι.

     Με το που θα χάραζε ο πατέρας έβαζε φωτιά στο σωρό με τα ξύλα και από πάνω έριχνε δεμάτια από κληματόβεργες. Έφερνε το ελατήσιο ξύλινο σουφλί, έφερναν και ο μπάρμπα Γιάννος κι’ ο Παναής τα δικά τους αρνιά και σουφλιά, και άρχιζε το γύρισμα. Κοκορέτσι δεν φτιάναμε, δεν ξέραμε, ήταν μπελαλίδικο αλλά ούτε καν μαγειρίτσα. Μέχρι να βγει το αρνί, τρώγαμε κόκκινα αυγά, καμιά πίτα και τηγανισμένα συκωτάκια. Όταν ψήνονταν τα αρνιά, έπαιρνε ο καθένας το δικό του και πήγαινε στο σπίτι να κάνει Πάσχα οικογενειακώς.

Το απόγευμα ξανά στον Αη Γιάννη, στην «Αγάπη». Παλιότερα, έλεγε ο πατέρας, μετά το τέλος της ακολουθίας, στην αυλή της εκκλησίας οι γυναίκες στήνανε χορό και οι άνδρες δίνανε αγώνες. Μη φανταστείτε μεγάλα πράγματα, πήδαγαν στις τρεις -τριπλούν χωρίς φόρα - ή απλούν, έριχναν και καμιά πέτρα. Διασκέδαση και νυφοπάζαρο. Οι κοπέλες έδειχναν την τσαχπινιά τους και οι άντρες τη λεβεντιά τους. Αργότερα που σταμάτησαν οι αγώνες, σταματάγαμε στου Παρηγόρη και γινότανε εκεί το γλέντι. Τις περισσότερες φορές με ζωντανή μουσική και επαναλαμβάνονταν και τη Δευτέρα.

 ***  Χρονογράφημα  του  Γιάννη Λουρή ***