Το χωριό μας κάποτε...

                                                                       Επαγγέλματα και γυρολόγοι...

 

 

 

     Τα Αλπόσπιτα ή τ' Αλπόστα, όπως παλιότερα΄τα έλεγαν οι ντόπιοι, μπορεί να μην ήταν κανένα κεφαλοχώρι, αλλά είναι χωριό με δυο μαχαλάδες, έχουν πολλά χωριά δυο μαχαλάδες; Τη δεκαετία του ’60, με 70 οικογένειες, ισομερώς κατανεμημένες στους δύο μαχαλάδες με 350 κατοίκους.  Λειτουργούσαν καφενεία – μπακάλικα συνήθως τέσσερα, δύο ανά μαχαλά. Άλλα έκλειναν, άλλα άνοιγαν. Διέθεταν: Ζάχαρη, λουκούμια, χαλβά,  πράσινο σαπούνι, ρολ, τάιντ, τριχιές, κονσέρβες, τσιγάρα. Από μεγάλες κούτες πουλάνε χύμα το 10 νούμερο του Παπαστράτου, το Έξτρα του Ματσάγγου, το Έθνος του Κεράνη. Αλλά και κουτιά των δέκα τα μικρά και των είκοσι σιγαρέττων τα μεγάλα. Οι τιμές από τρεις μέχρι πέντε δραχμές το πακέτο.

    Στου Παρηγόρη θα βρούμε το καλύτερο κοκορέτσι και σπληνάντερο. Για μισή οκά κρασί, θα κατέβαινε στο υπόγειο ο Τάκης να πιάσει από τα βαρέλια.  

    Στου Κολοβελώνη αναζητούσαμε, αν ήμασταν τυχεροί, πρόκες ή μπογιές για βάψιμο. Πήγαινε κάποιος και ζήταγε ένα κιλό πρόκες. Ο παππούς για πούλημα τις είχε, αλλά του έλεγε, «μισό κιλό θα σου δώσω, να πάρουν κι άλλοι»· δεν είχε ως πρωτεύον το κέρδος αλλά την εξυπηρέτηση των χωριανών, μέχρι να κάνει καινούργιες προμήθειες. Μπροστά από τη μικρή αυλή είναι το ανοιχτό μεγάλο χαντάκι, όπου εκεί κρυώνουν λεμονάδες, πορτοκαλάδες, γκαζόζες και κανένα μπουκάλι ούζο ή κρασί. Καμιά φορά, κάποιος πιτσιρικάς έπινε τη λεμονάδα και ξαναγέμιζε το μπουκάλι με νερό. Κάτω από τον πλάτανο το καλοκαίρι θα παίξουν πρέφα οι γέροντες, ο Στάθης ο Ζεΐνης, ο Θανάσης ο Αγγελής και ο παππούς Γιώργος, ο μπακάλης. Το παιχνίδι συχνά διακόπτεται από την επίσκεψη κάποιου πελάτη, «με τον μπακάλη φας και πιες, αλλά χαρτιά μην παίζεις», όχι άδικα λένε.

     Πέντε κορίτσια και τον Νικολάκη είχε ο παππούς. Λίγο εισόδημα απ’ τα χωραφάκια, κάτι δίνει και το μαγαζί, για να τα φέρει βόλτα· να μην έχει και μια γελάδα να χορταίνουν τουλάχιστον το γάλα;

Ένα βράδυ που πήγε να την παχνίσει, τη βρήκε φουσκωμένη από την πολλή χλωρασιά μάλλον που έφαγε. Φωνάζει τον παπα-Σταϊκούρα να τη διαβάσει. Ο παπάς κρατάει το ευχολόγιο, η γιαγιά το λιβανιστήρι, ο παππούς τον λύχνο και από δίπλα η μικρή Καλλιόπη μ’ ένα κερί στο χέρι. Αρχίζει ο παπάς το διάβασμα, καρ, καρ, καρ, η Καλλιόπη, μη γελάς Καλλιοπίτσα την παρατηρεί ο πατέρας της, αλλά αυτή συνεχίζει και στη δεύτερη παρατήρηση. Την τρίτη φορά, ο πατέρας της γίνεται πιο αυστηρός γιατί γελάς Καλλιοπίτσα; Γιατί είναι μαύρος ο παπάς· αυτό βρήκε να δικαιολογηθεί η αθώα Καλλιόπη και τότε ήταν που της ήρθε ο ουρανός σφοντύλι. Ο παπάς γείτονας ήταν, δεν τον έβλεπε δα πρώτη φορά.

Άμα τώρα έγινε καλά η αγελάδα, θα πήρε κι ο παπάς ένα κομμάτι φέτα τυρί. Λεφτά να επέμενες δεν έπαιρνε, δεν πιάνουν οι ευχές έλεγε. Μπορεί να το πεις και παρηγοριά,  ότι αυτά δεν συνέβαιναν μόνο στην οπισθοδρομική Ελλάδα αλλά, πριν έναν αιώνα τουλάχιστον, και στα πέριξ των Παρισίων, όπως διαβάζουμε  στο  «Μαντάμ Μποβαρύ» του Φλωμπέρ. Και εκεί σε παρόμοιες περιπτώσεις στον παπά της ενορίας κατέφευγαν:  «Σήμερα το πρωί κιόλας  χρειάστηκε να πάω στο Μπα-Ντιοβίλ για μια αγελάδα που είχε πρήξιμο. Πίστευαν πως την είχαν ματιάσει. Όλες τις αγελάδες τους τις είχαν ματιάσει, δεν ξέρω πως…».

     Στην άκρη του χωριού, πάνω απ’ τα Αλώνια προς το βουνό ήταν ο μύλος των αδελφών Παπανάγνου. Πίσω από το μύλο, λίγο πιο ψηλά, περνάει το αυλάκι. Το νερό μέσα από συνεχόμενα μεγάλα βαρέλια, πέφτει στη φτερωτή και συνεχίζει την πορεία του προς τον κάμπο, με τελικό προορισμό τον Μαλιακό κόλπο μέσω του Σπερχειού. Ο Νίκος και ο Τάκης λειτουργούν το μύλο, ο Κώστας με το φορτηγό γυρίζει τα χωριά. Του δίνουν σιτάρι και τους το επιστρέφει αλεσμένο. Οι ντόπιοι φορτώνουν δύο σακιά στο άλογο, το παραδίνουν στους μυλωνάδες. Απ’ έξω στα τσουβάλια είναι γραμμένο το επώνυμο του ιδιοκτήτη. Ή περίμενες να έρθει η σειρά σου ν’ αλέσεις ή το άφηνες και την άλλη μέρα πήγαινες και το αλεύρι ήταν έτοιμο. Θα κράταγε κι αυτός το ξάι του, το δικαίωμά του, σε αλεύρι. 

Ο Κώστας έπαιζε και καλό σαντούρι, ενώ ο Τάκης ταλαιπωρούσε ένα κλαρίνο. Απόμαχος πια ο Κώστας μου διηγούνταν: Με καλούσαν και έπαιζα σε κομπανίες. Μια φορά, λίγο μετά το Πενήντα, Χριστούγεννα ήταν, παίζαμε σ’ ένα καφενείο στην Καρυά. Και ενώ το γλέντι είχε ανάψει, μπήκε φουριόζος στο μαγαζί ο Βουρλάκης. Άρχισε να πυροβολεί αδιακρίτως, πώς γίνεται να γίνεται γλέντι χωρίς την άδειά του! Τρύπωσα κάτω από το σαντούρι. Κάποιος θαμώνας τον βούτηξε από τις πλάτες και βρήκαμε την ευκαιρία να πηδήξουμε από το παράθυρο και να χαθούμε μέσα στο σκοτάδι, και ούτε που γυρίσαμε πίσω να μαζέψουμε σακάκια, όργανα και τη χαρτούρα που μας είχανε πετάξει.

     Σε κάποια βασικά επαγγέλματα, όπως χτίστες και μαραγκούς, βολευόμασταν με τους αυτοδίδακτους ερασιτέχενες συγχωριανούς μας:  τον Κώστα τον Παρηγόρη, τον Παναή τον Κοιτέα, τον Σωτήρη Μακρή, τον Τάκη τον Παρηγόρη του Θάνου. Και φυσικά και  για το πλέξιμο των κοφινιών και των γαλικιών, είχαμε τους μάστορές μας,  το Μήτσο τον Παπαδημητρίου (Σβόγγα) και τον Κώστα τον  Παρηγόρη του Γεωργίου; Χάθηκαν τα επαγγέλματα αυτά με τα χρόνια, αλλά και σιγά σιγά και κάποια επώνυμα, όπως το «Παρηγόρης», πάνε να σβήσουν.  Ο πανδαμάτωρ χρόνος και λαϊκά: καιρός φέρνει τα λάχανα καιρός τα παραπούλια.

     Περνούσαν όμως κατά καιρούς και οι  επαγγελματίες μάστοροι.  Τα παπούτσια που φοράγαμε, δερμάτινα με σόλα. Από τις πέτρες που είχαν οι δρόμοι και από την πολλή χρήση χρειάζονταν επιδιόρθωση. Τρύπαγε η σόλα, τρύπαγαν και οι κάλτσες, περπατάγαμε και μας γαργάλαγε το χώμα. Αντί να πάει ο πελάτης στον τσαγκάρη, έρχονταν ο τσαγκάρης στους πελάτες. Ο κυρ Μήτσος, ο μπαλωματής, ενοίκιο, ρεύμα, εφορία δεν πλήρωνε, ό,τι έβγαζε ήταν καθαρό. Με έδρα κάποιο μαγαζί ή κάτω από τον πλάτανο έπιανε δουλειά. Είχε την τρέλα του, τον κάναμε γούστο. Επειδή υπέφερε από το στομάχι, έβγαζε κάθε τόσο μια ασπιρίνη και την μάσαγε χωρίς νερό. Τώρα πόσο καλό και πόσο κακό του ’κανε η ασπιρίνη στο στομάχι ο ίδιος το ’ξερε.

Τακτικά περνούσε ο γανωματής. Μ’ ένα μαύρο σακί με τιράντα κρεμασμένο στον ώμο. Σχεδόν μαύρος κι’ αυτός από τις καρβούνες. Περνούσε από τα σπίτια, μάζευε τεντζερέδια, ταψιά, κατσαρόλες, καζάνια. Τα φόρτωνε στο γάιδαρο και τα πήγαινε στο εργαστήριο που είχε στο Μοσχοχώρι. Μας τα έφερνε μετά από μερικές μέρες, στιλβωμένα με κασσίτερο,  καθρέφτης από μέσα.

Ο πεταλωτής ή καλιγωτής έπαιρνε θέση κάτω από τον πλάτανο. Συνήθως έρχονταν ο Λαϊνάς που είχε το χάνι δίπλα στο Πάρκο στη Λαμία. Τα εργαλεία του: μια ξύλινη βέργα που κατέληγε σε μια τετράγωνη κοφτερή λάμα σε σχήμα γάμα κεφαλαίο, καρφιά, ένα σφυρί, μια τανάλια και πέταλα δυο ειδών και διαφόρων μεγεθών. Αυτά που είχαν το σχήμα του πέλματος των ζώων και κάλυπτε όλο το πέλμα και εκείνα που κάλυπταν την άκρη του πέλματος σε σχήμα U, το γνωστό  ως γουρλίδικο, για τα μεγάλα. Έκλεινες το ραντεβού, έφερνες το ζώο, γαϊδούρι ή άλογο. Πρώτα έκανε το σχετικό «μανικιούρ», στρογγύλευε το νύχι από την οπλή με τον ειδικό νυχοκόπτη. Μετά έβαζε το πέταλο και κάρφωνε τα καρφιά, περνώντας τα μέσα από τις τρύπες του πέταλου και μέσα από την άκρη του νυχιού. Το περίσσευμα του καρφιού, πάνω από την οπλή το έκοβε με την τανάλια. Έτοιμα τα «παπούτσια» του αλόγου, για να γλιτώνει από τις πέτρες και τα αγκάθια και τη φθορά στα νύχια του. Αυτά γίνονταν στο φως της ημέρας. Το Νύχτα σελώνει τ’ άλογο, νύχτα το καλιγώνει που λέει ο ποιητής, αναφέρεται σ’ άλλες σκοτεινές εποχές.

Τα μαχαίρια κάποια στιγμή θέλανε τρόχισμα. Περνούσε για το σκοπό αυτό ο ακονιστής. Στην πλάτη κουβαλούσε έναν ξύλινο σκελετό, που στήριζε έναν τροχό, σαν ρόδα ποδηλάτου. «Ο τροχόοοος!» φώναζε, τον καλούσες, του έφερνες μαχαίρια, ψαλίδια, τα ακόνιζε. Κοφτερά τώρα, ήθελαν προσοχή μην κόψεις κανένα χέρι.

 Ο σαμαροποιός δεν μας έλειπε. Θυμάμαι τον Βασίλη τον Μπέτσιο, ήταν και μπάρμπας μου.  Έφτιανε καινούργια σαμάρια κατόπιν παραγγελίας. Δεν παρέλειπε να πάρει μέτρα από το ζώο. Επισκεύαζε, μπάλωνε και τα παλιά. Ο σκελετός ξύλινος, η επένδυση είχε δέρμα στην πάνω πλευρά, ενώ η κάτω που ακουμπούσε στο ζώο από λινό ύφασμα για να απορροφά τον ιδρώτα, και στο εσωτερικό άχυρα.

 Έκτακτα περνούσε και ο «βροχοποιός». Από την Παύλιανη κατέβαινε με το μουλάρι και μας έφερνε πατάτες. Τα μπατζάκια του παντελονιού λες και είχε περάσει τρένο και τα ’κοψε. Δεν μας πείραζε που ήταν τα παντζάκια του ανθρώπου κοντά, μας πείραζε όμως, όχι όλους, γιατί κάποιοι την ήθελαν, που «έφερνε» και τη βροχή. Έρχεται ο «πατατάς» θα βρέξει λέγαμε, είναι να μη σου βγει το όνομα. Τώρα έχω το Λάκη το Βελέντζα, που πάει να μου προσάψει την ίδια ιδιότητα. Ποιον;  Εμένα, που  με καλούσε όλη η γειτονιά,  την πρωτοχρονιά,  να τους κάνω καλό ποδαρικό. Και όλο με τον καλό το λόγο είμαι, Λάκη, ξέρεις από πού προέρχεται το επίθετό σου; τον ρώτησα· δεν ήξερε. Από το Βαλένθια, την  ωραία πόλη της Ισπανίας, τον ενημέρωσα, μη πάνε τα παιδιά του αργότερα και το αλλάξουν όπως έκαναν κάποιοι άλλοι στο χωριό μας. Αλλά μπορεί να γίνω και κακός κάποια στιγμή και δεν ξανάρθω. Θα γκανιάξετε για νερό,  που θα ’λεγε κι ο παππούς σου, λιτανείες θα κάνετε να δείτε μια σταγόνα βροχή.    

      Οι γυρολόγοι όμως τακτικοί, πάντα στην ώρα τους. Δυο φορές τη βδομάδα, σταθερά τις ίδιες μέρες, περνούσαν οι «νανάϊδες» ή «ανανάϊδες»  Τα δυο αδέλφια Κώστας και Ηρακλής, με το κλειστό αυτοκίνητο. Πωλούσαν βελόνες, κλωστές, μπογιές και φθηνά υφάσματα. Το παρατσούκλι κατάλοιπο της κατοχής. Όπως θυμούνταν οι παλιότεροι, γυρνούσαν τα χωριά και ζητιάνευαν κάνοντας τους μουγκούς. Άπλωναν το χέρι και έλεγαν μόνο  νάι, νάι, νάι. Μετά την πρώτη επένδυση σ’ ένα γαϊδουράκι, ακολούθησε τροχοφόρο, αλλά μέχρις εκεί. Με το ίδιο αυτοκίνητο και τα ίδια προϊόντα εμπορεύτηκαν για 30 περίπου χρόνια από το ’55 και μετά. Το μεσημέρι κάνανε στάση κάτω από τον πλάτανο για φαγητό. Άνοιγαν την πετσέτα με το ψωμοτύρι και τις ελιές, δεκάρα τσακιστή δεν έδιναν να πάρουν έστω μια λεμονάδα από το μπακάλικο. Με την οικονομία τους και το μικρεμπόριο φτιάξανε καλή περιουσία. Επειδή οι γυναίκες δεν είχαν κάθε φορά ρευστό για να ψωνίσουν, έδιναν προϊόντα, φασόλια, βαμβάκι. Αυτά που πωλούσαν οι δυο γυρολόγοι, υπερκοστολογημένα, αυτά που έπαιρναν, υποκοστολογημένα. Πολλές φορές ο Ηρακλής ζύγιζε ανεβασμένος πάνω στη σκεπή του αυτοκινήτου, για να γίνεται ταυτόχρονα και η αποθήκευση, σωστά θα ζύγιζε;

    Άλλος ένας μικροέμπορος, ο Αδάμ, ψαρομάλλης λόγω ηλικίας, ψαρί και το άλογο που έσερνε το κάρο. Έχω, σεντόνια, τραπεζομάντλα, κουβαρίστρες, έπαιρνε μια ανάσα, έχω ρύζζζ, έχω ασβέστττ. Η αδελφή μου, τακτικός πελάτης, εγώ τη γκρίνιαζα, ήθελα να κάνει τα ψώνια της από τη Λαμία, αλλά όταν έλειπα από το σπίτι έκανε το δικό της. Έφθανε ο γέρος, έβλεπε στην αυλή την αδελφή μου, έκανε διερεύνηση. Κορίτσ’, είναι εδώ ο αδελφός σ’, να μη τη φέρει σε δύσκολη θέση. Ο γέρος πουλούσε και λάδι. Έπαιρνε η θεια η Βασίλω μισή οκά κάθε 15 μέρες. Η θεια πλακαντζού και αθυρόστομη. Καθώς πλησίαζε στο σπίτι της, φώναζε ο γέρος, σι ψαρί, να βάλουμε στη Βασίλω τη μισή προνοητικός στην πρώτη περίπτωση, με χιούμορ στη δεύτερη ο γυρολόγος.

     Περνούσε καμιά φορά κι ο γύφτος με την αρκούδα, ο αρκουδιάρης. Με το χαλκά στο στόμα, ήθελε δεν ήθελε υπάκουε το ζωντανό. Μαζευόμασταν γύρω γύρω, αλλά κρατάγαμε και απόσταση ασφαλείας. Πώς χτενίζεται η Βουγιουκλάκη στον καθρέφτη;, το παρίστανε η αρκούδα, γέλια εμείς. Έπιανε το τραγούδι και έπαιζε το ντέφι ο γύφτος, χόρευε η καημένη. Στο τέλος άπλωνε το ντέφι να ρίξουμε τις πενταροδεκάρες.

     Περνούσαν και διακονιαραίοι, για ζητιανιά. Μια φορά ένας φουκαράς κάθισε στον πλάτανο να ξεκουραστεί. Γεροντάκος με παλιατζούρες ρούχα, αξιολύπητος. Τον βλέπει ο μπάρμπα Βασίλης, ο παλιοφαμελιάς, μας προειδοποιεί: Προσέξτε μη του μιλάτε, είναι κατάσκοπος. Κάπου είχε ακούσει ότι οι κατάσκοποι γυρνάνε μεταμφιεσμένοι σε ζητιάνους και γυρολόγους. Καχύποπτος ο μπάρμπας θέλησε να μας προφυλάξει, να μη του εγχειρίσουμε κοινοτικά μυστικά, πόσες κατσίκες έχει το χωριό, πόσο σιτάρι βγάλαμε φέτος.

     Δε γίνονταν να ξεχάσω τον αγαπητό μας μπάρμπα Γιώργο τον καραγκιοζοπαίκτη. Έφθανε με το λεωφορείο με μια φθαρμένη παλιά βαλίτσα στο ένα χέρι και στο άλλο το μπουζούκι. Κατέλυε άλλοτε στου Καλτσά και άλλοτε στου Παρηγόρη το καφενείο. Στη βαλίτσα οι φιγούρες, το πανί για τη σκηνή και κανένα ρούχο. Έλεγαν ότι είχε αδελφό βιομήχανο. Από λύπηση αλλά και επειδή ντρεπόταν να έχει αδελφό ταλαίπωρο να παίζει καραγκιόζη για να επιβιώσει, του είχε προτείνει, λέγανε, να του δίνει ένα σεβαστό ποσό και να κάθεται, κι αυτός το είχε αρνηθεί. Αυτό σα φήμη, εμείς δεν το είχαμε ακούσει από τον ίδιο. Τότε θεωρούσαμε την επιμονή του να παιδεύεται γυρνώντας από χωρίου εις χωρίον, αντί να δεχτεί την αδελφική πρόταση, ακατανόητη. Πραγματικός λαϊκός καλλιτέχνης ο μπάρμπα Γιώργος, μπορεί ο ίδιος να παιδεύονταν, αλλά παίδευε και μας. Μετά την εγκατάσταση στο καφενείο, έστελνε δυο πιτσιρικάδες να γυρίσουν το χωριό, ν’ αναγγείλουν το γεγονός. Αυτοί ξαμολιόντανε, ο ένας στον πάνω, κι ο άλλος στον κάτω μαχαλά. Απόψε θα παίξει καραγκιόζης στου Βασίλη του Καλτσά το μαγαζί, και είχαν εξασφαλισμένη δωρεάν είσοδο. Έστηνε τη σκηνή, μπορεί να έπαιζε και λίγο το μπουζούκι, έπιανε και κουβέντα με τα παιδιά, μας ανακοίνωνε το έργο της βραδιάς. Οι ψάθινες καρέκλες, με γραμμένα στη πίσω πλευρά με άσπρη λαδομπογιά  τα αρχικά του μπακάλη  «Β Κ»  έμπαιναν την τελευταία ώρα.  Έπρεπε να έχουν ταυτότητα όχι για τον κίνδυνο κλεψιάς, αλλά να σ’ ένα γάμο σε ένα μνημόσυνο που δανείζονταν καρέκλες από τη γειτονιά τρεις από δω πέντε από κει δέκα από το  καφενείο, να μπορούν μετά να επιστραφούν στους κατόχους τους.  Ο καραγκιόζης γιατρός σήμερα, αύριο ο καραγκιόζης και το καταραμένο φίδι, μεθαύριο ο καραγκιόζης γραμματικός. Φροντίζαμε να εξασφαλίσουμε τη δραχμή για το εισιτήριο και, λίγο πριν νυχτώσει, άρχιζε η προσέλευση. Τακτοποιούσαμε τις καρέκλες, σταματούσαν οι άλλες «δραστηριότητες» του καφενείου. Αρκετοί άντρες, κάποιες γυναίκες και σύσσωμη η νεολαία λάμβαναν θέσεις. Ο μπάρμπα Γιώργος ο ίδιος είχε φτιάξει τις φιγούρες, έκανε τα σκηνικά, το σενάριο, τη σκηνοθεσία. Ερχόταν η ώρα για τα εισιτήρια. Πέρναγε απ’ όλους, δίναμε τη δραχμή. Απ’ αυτά θα έδινε στον καφετζή για ενοίκιο αλλά και για τα διαφυγόντα κέρδη λόγω στάσης της οινοποσίας. Ο μπακάλης του έφερνε το λουξ, το έμπαζε στη σκηνή, και η παράσταση ξεκίναγε. Ανάμεσα στο σαράι του πασά, στα δεξιά, και στην καλύβα του καραγκιόζη, αριστερά, θα παρελάσουν όλες οι φιγούρες του θεάτρου σκιών. Ο μπάρμπα Γιώργος εκτός από κίνηση έπρεπε να τους δώσει και φωνή. Η φυσική του ομιλία βαριά και βραχνή, εύκολα έβγαινε η μάγκικη του Σταύρακα. Απορούσαμε πώς πετύχαινε τη γυναικεία της Αγλαΐας, την παιδική του κολλητηριού ή τη βλάχικη του μπάρμπα Γιώργου.

Το τέλος του έργου πάντα αισιόδοξο, αποχωρούμε ευχαριστημένοι για τα σπίτια μας. Το πού θα διανυκτερεύσει ο μπάρμπα Γιώργος δεν μας απασχολεί. Κάποια αποθήκη, κάποιος αχυρώνας, μπορεί και έξω στα αστέρια, αν έχει γλυκιά βραδιά. Κάποια φορά, θα ήταν φθινόπωρο, το επόμενο πρωινό από την παράσταση είναι έξω από το μαγαζί του Παρηγόρη, πίνει καφέ. Δίπλα το μπουζούκι, πάμε κοντά του για κουβέντα. Μπάρμπα Γιώργο, πώς κοιμήθηκες απόψε τον ρωτάμε, χωρίς δόση ειρωνείας, μάλλον από συμπόνοια. Αφήστε ρε παιδιά, κοιμήθηκα δυο μέτρα και ξύπνησα ένα κι εξήντα. Είχε κοιμηθεί στην αποθήκη, λίγο η κρύα νύχτα, λίγο το χιούμορ του μπάρμπα Γιώργου, έβγαλε την ατάκα. Αργότερα μετά τον καφέ, θα έριχνε και μερικές πενιές, χωρίς τραγούδι, οι φωνητικές χορδές έπρεπε να ξεκουραστούν. Θα έμεινε καμιά βδομάδα στο χωριό, και μετά την εξάντληση του ρεπερτορίου του, θα μας αποχαιρετήσει για το επόμενο χωριό.

    Μια δυο φορές το χρόνο θα κατέφθανε το καραβάνι με τους γύφτους στο χωριό, την «καταραμένη» φυλή όπως την έλεγαν τότε. Mε κάρα τετράτροχα, ζωγραφισμένα με λουλούδια και άλλες παραστάσεις σε όλα τα χρώματα και τις αποχρώσεις του ουράνιου τόξου. Τ’ άλογα που τα σέρνανε, ήταν πλουμισμένα με χαϊμαλιά, με χάντρες διάφορες, σαν κάποιες νεόπλουτες κυρίες της αστικής τάξης που είναι τίγκα στο χρυσαφικό. Τα κάρα γεμάτα με συμπράγκαλα, τη σκηνή, τις βελέντζες, τα στρωσίδια και τα διάφορα τσουμπλέκια. Κατασκηνώνανε στ’ αλώνια σε τέσσερις πέντε σκηνές. Κάποιες φορές τους υποχρέωναν οι χωριανοί να πάνε έξω από το χωριό, στη «Χωματαριά». Έφερναν αντιρρήσεις, παρακαλούσαν τον πρόεδρο, αλλά στο τέλος υποχωρούσαν. Βρωμίζανε, όπως και να το κάνεις, τον τόπο. Οι άντρες πλέκανε μεγάλα κοφίνια, με βέργες από λυγαριές και μικρότερα με το σκελετό πάλι με ίδιες βέργες και το υπόλοιπο με λωρίδες σχίζοντας νεροκάλαμα, όπως και κανίστρες. Θα τους δώσουμε και τις ξεφτισμένες ψάθινες καρέκλες να τις μερεμετίσουν. Στα παζάρια, οι γύφτοι ήταν ασυναγώνιστοι. Τους έδινες άλογο  και έπαιρνες γαϊδουράκι, λεφτά σπάνια θα σου γύριζαν. Στο τέλος θα σου ζητούσαν κι ένα δεμάτι τριφύλλι, ζωντανό σου ήταν, το λυπόσουνα, τους έδινες. Οι γυναίκες αναλάμβαναν γυρίζοντας από σπίτι σε σπίτι να ξεπουλήσουν τα χειροποίητα προϊόντα. Άλλες έρχονταν και ζητιάνευαν, βασικά για αλεύρι, αλλά έπαιρναν  και φασόλια, φακές, ρεβίθια, αν τους έδινες. Δώσε καλέ κυρά μια χούφτα αλεύρι, να συχωρεθούν τα πεθαμένα σου, να φτιάξω λίγο ψωμί για τα παιδάκια μου. Όλοι είχαμε αλεύρι από δικό μας σιτάρι, οι περισσότεροι τους δίναμε μισή οκά, πάνω κάτω. Κάθονταν κοντά μια βδομάδα, μάζευαν τα σέα τους και τα μέα τους και ξεκίναγαν για το επόμενο χωριό. Απολογισμός: κατά μερικά κοφίνια εμείς πλουσιότεροι και μερική ανανέωση του στόλου των ζώων. Καμιά φορά μπορεί να μας έλειπε και κανένα κατσαρόλι από το σπίτι, δεν χάλασε κι ο κόσμος, αλλά ο φόβος φύλαγε τα έρημα. Εκτός από κάποια απορρίμματα και μερικά αποκαΐδια στο χώρο του καταυλισμού μας άφηναν και τις γραφικές εικόνες, σαν αυτές σε μια καουμπόικη ταινία. Εμείς ήμασταν οι καουμπόηδες και οι τσιγγάνοι οι ινδιάνοι, αφαιρώντας φυσικά τις καραμπίνες και τα τόξα αλλά και το πολεμικό κλίμα που καταγράφονταν εκεί. Έφευγαν οι «παρείσακτοι». Τώρα τι θα κάναμε χωρίς «βαρβάρους»!  Όπως και να το κάνεις, η παρουσία τους είχε μια ομορφιά, έφευγαν, αλλά ξέραμε ότι θα ξανάρθουν. 

 

 ***  Χρονογράφημα  του  Γιάννη Λουρή ***