ΤΟ ΠΡΩΤΑΚΙ

Στο παλιό Δημοτικό Σχολείο στα Αλεπόσπιτα...

 

   

Και πάει το χωριατάκι  εις το σχολειό φαιδρό,

κι έχει στο σακουλάκι λίγο ψωμί ξερό

(Δημ. Καμπούρογλους)

 

    Πρώτη Οκτωβρίου του 1954. Την υφασμάτινη σάκα από μέρες την είχε έτοιμη η μάνα μου. Για αναγνωστικό, πλάκα, κονδύλι είχε φροντίσει ν’ αγοράσει ο πατέρας απ’ το βιβλιοπωλείο του Καραπατάκη στη Λαμία. Φορώντας τη σάκα στον ώμο σαν τους ταχυδρόμους με αντίθετες όμως προθέσεις, γιατί αυτοί πάλευαν να την αδειάσουν απ’ τα γράμματα, κι εγώ θα πάλευα να τη γεμίσω, ξεκίνησα. Με τις ανέξοδες ευχές όλων και συνοδεία του μεγάλου αδελφού άρχιζα την πορεία προς τη μάθηση. Απαραίτητο εφόδιο ένα κομμάτι ψωμί, κατά προτίμηση κόθρος στην κωλοτσέπη για το διάλειμμα. Δεν γνωρίζετε τι είναι ο κόθρος; Η γωνία από το καρβέλι με πολλή κόρα, ο κόθουρος που έλεγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι.

      Το καινούργιο σχολείο με δαπάνες της πολιτείας, λίγο καθυστερημένα είναι αλήθεια, τώρα είναι έτοιμο, λες και περίμενε εμένα, να υποδεχτεί παλιούς και νέους μαθητές. Παρότι το χωριό μας είχε επιλεγεί, λόγω έδρας δήμου, για τη λειτουργία δημοτικού σχολείου, έλειπε το κτίριο. Οι εκκλησίες δε μας έλειπαν, δόξα τω Θεώ είχαμε τρεις. Το μήνυμα του πατρο-Κοσμά, «γκρεμίστε μια εκκλησία και χτίστε ένα σχολείο», δεν είχε φαίνεται φθάσει στα μέρη μας. Μέχρι τότε τα μαθήματα γίνονταν στο σπίτι του Παρηγόρη, εν είδει «κρυφού σχολείου». Μετά τον πόλεμο βρέθηκε η λύση της εκκλησίας του Αη Γιάννη. Και βέβαια δε θα γκρεμίζαμε την εκκλησία, αλλά προσφέρθηκε η ίδια να το φιλοξενήσει. Ο γυναικωνίτης, άβατο για τους άρρενες Κυριακές-γιορτές, τις καθημερινές έκανε τα στραβά μάτια για τις ανάγκες της εκπαίδευσης.  Eκτός όμως από χώρος διδασκαλίας γίνονταν πολλές φορές και τιμωρίας.

     Τα μαθήματα πρωί-απόγευμα. Το μεσημέρι με τη λήξη των μαθημάτων έλεγε ο δάσκαλος, εσύ, εσύ και εσύ παραμένετε μέσα τιμωρία. Όλα βέβαια αγόρια, για ευνόητους λόγους αλλά και γιατί οι ταραξίες ήταν σχεδόν πάντα οι άρρενες, τα κορίτσια ακόμα ντροπαλά και συμμαζεμένα. Η τιμωρία συνιστούσε ουσιαστικά στέρηση φαγητού, γι’ αυτό και λέγανε μετά, σήμερα μ’ έβαλε ο δάσκαλος νηστεία. Το εμπάργκο στο φαγητό έσπαγε από μερικές μανάδες. Πήγαιναν το φαγητό έξω από την εκκλησία και από κει με «τεχνικά» μέσα, όπως ένα σκοινί που κατέβαινε απ’ το παράθυρο, έφθανε στους έγκλειστους. Οι πιο πολλές μανάδες σέβονταν την απόφαση του δάσκαλου, λέγανε μάλιστα, καλά του ’κανε. Υπό το άγρυπνο βλέμμα του Παντοκράτορα στο ταβάνι της εκκλησίας όλο και κάποιο παιχνίδι θα έστηναν στη ζούλα. Έχαναν όμως το παιχνίδι στ’ αλώνια, που συνηθίζαμε μετά το μεσημεριανό φαγητό. Κλείδωνε ο δάσκαλος την εκκλησία και πήγαινε στο σπίτι που του είχε παραχωρήσει η κοινότητα για φαγητό και ξεκούραση. Τι θα φάει ο δάσκαλος σήμερα; Ό,τι καλό είχε μαγειρέψει η μάνα του Μήτσου. Ένα πιάτο παραπάνω δε στοίχιζε τίποτα. Η Βαρσάμω κουμάνταρε νοικοκυρόσπιτο, για το δάσκαλο αλλά και για το Μήτσο όλο και κάποιο κοτόπουλο θα θυσίαζε. Η μάνα όμως του Γιώργου το είχε πάρει απόφαση, ο γιος μου δεν είναι για γράμματα, ήταν και η ανέχεια, φασολάδα στον δάσκαλο. Για να μη συμβεί το απευκταίο και επί τριήμερο τρώει φασόλια ο Αβαριτσιώτης, υπήρχε η σχετική οργάνωση. Αύριο, Κατίνα, είναι σειρά της μάνας σου, να έφτιανε καμιά χορτόπιτα·  και η επιθυμία εκτελούνταν.   

     Κάποια όμως Δευτέρα, πριν ξεκινήσει το μάθημα, λέει ο δάσκαλος: Κωστάκη τρέξε στο σπίτι της Κατίνας και πες της μάνας της να φτιάξει κάνα καλό φαγητό, ξέρει αυτή, η σειρά της είναι σήμερα. Ο Κωστάκης, αγγόνι παπά, γρήγορος σαν τον φτεροπόδαρο Ερμή, έβγαλε φτερά. Σε λίγο επέστρεψε αναψοκοκκινισμένος. Λίγο από την τρεχάλα, περισσότερο από την απάντηση που έλαβε: να πεις του δάσκαλου, σήμερα ήρθε απ’ τη Λαμία, ας έφερνε φαγητό από το σπίτι του. Ο δάσκαλος προσπάθησε να τα μπαλώσει, έπρεπε να παρηγορηθεί και η Κατίνα που είχε κοκκινίσει από τη ντροπή της, δεν πιστεύω να είπε τέτοια λόγια η κυρά Λίτσα. Μαζί με τις υπόλοιπες υποχρεώσεις, η μάνα μου έκανε το καθήκον της τελικά.

       Η οικογένεια του δάσκαλου έμενε στη Λαμία. Η «δασκάλα», οικιακά στο επάγγελμα, έφερε τιμής ένεκεν τον τίτλο, αλλά ο τίτλος δεν έφερνε λεφτά στο σπίτι. Ένας μισθός δεν έφτανε για μια αξιοπρεπή διαβίωση. Σάββατο βράδυ που έφευγε για τη Λαμία, ας ήταν καλά ο Τρικούπης που πέρασε τη γραμμή του τρένου πάνω από το χωριό, αλλιώς στο γάιδαρο καβάλα, όλο και κάποια φασόλια, φακές, αυγά θα κουβαλούσε που τον φίλευε το χωριό.

      Μύριζε ασβέστη το ολοκαίνουργο κτίριο. Ο καινούργιος μαυροπίνακας στηριγμένος σε ξύλινο τρίποδα και ο πολιτικός χάρτης της Ελλάδος κρεμασμένος στον τοίχο. Πάνω στην έδρα, αδιάκριτα αφημένη η κλασική βέργα από ξύλο αγριελιάς, ιδιαίτερης αντοχής και γεμάτη  κόμπους. Tο μόνο που απέμεινε να γίνει στο κτίριο ήταν η τσιμεντόστρωση στο δάπεδο. Το βρήκαμε στρωμένο με χαλίκι, μήπως είχαμε και στο σπίτι μας τσιμέντο, συμβιβαστήκαμε. Με μια κατάληψη εκείνη την εποχή θα περνούσαμε στην ιστορία ως πρωτοπόροι του διεκδικητικού σχολείου. Σιγά όμως το πρόβλημα. Αλλά δεν είχαμε φανταστεί τη συνέχεια. Άτακτοι ή αδιάβαστοι δεν απολείπονταν. Ναι μεν φορούσαμε ψηλά τσουράπια αλλά παντελονάκι κοντό, και έτσι έμεινε ακάλυπτο το γόνατο, ήταν η αχίλλειος πτέρνα μας. Για να μη διακόψει το μάθημα και πάρει τη βέργα ο δάσκαλος έστελνε τους ατακτούντες να παραμείνουν γονυπετείς στο χαλίκι, μέχρι να πει το «εξαιρέτως». 

       Κάθε Δευτέρα πρωί γίνονταν η επιστροφή του δάσκαλου με το οτομοτρίς, το καθαρά επιβατικό και γρήγορο μέσο των σιδηροδρόμων. Κατέβαινε στο σταθμό της Αλπίνης και από κει με τα πόδια κατηφόριζε για το χωριό. Εμείς τον περιμέναμε στ’ αλώνια. Στην αρχή δεν είχαμε οπτική επαφή και επειδή υπήρχε μικρή πιθανότητα να αρρώστησε ή να ’χασε το τρένο, είχαμε αγωνία. Σε λίγο ξεπρόβαλλε σε μια κορυφή πάνω απ’ το χωριό, ήταν και ψηλός, το παίρναμε απόφαση. Στην αντίθετη, μάλλον απίθανη περίπτωση, μετά τους πρώτους πανηγυρισμούς, χωριζόμασταν σε δυο ομάδες και αρχίζαμε τη μπάλα. Τα κορίτσια έφευγαν για το σπίτι για κέντημα, για δουλειές, δε γυρνάγανε στους δρόμους.

      Στην πλάκα, στον μικρό μας πίνακα, οι της Πρώτης και Δευτέρας γράφαμε και σβήναμε, αφού ο δάσκαλος ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητος στο θέμα της καλλιγραφίας. Για τον μετέπειτα γαμπρό μας το Βασίλη για βαθμό στη Μουσική ένα τρία πολύ του ήταν, στην Καλλιγραφία όμως το δέκα το έπαιρνε με την αξία του και έτσι αργότερα στο στρατό επάξια έγινε γραφιάς. Τρίτη και Τετάρτη σε τετράδιο με μολύβι φάμπερ Νο 2. Πέμπτη, Έκτη τάξη με πέννα, απαραίτητο ένα μελανοδοχείο με μελάνι Μενούνος και μπόλικο στυπόχαρτο.

  Από το μήνα Νοέμβριο ξεκινάγαμε απ’ το σπίτι μ’ ένα κούτσουρο στο χέρι, να χορτάσουμε την μαντεμένια δράκαινα ξυλόσομπα, που σκοπός της ήταν να μας φυλάει από κρυολογήματα και να μη τρέχουν οι μύτες μας. Φανταστείτε τα μισά παιδιά να βήχουν και τα άλλα μισά να φυσάνε τη μύτη τους εν ώρα μαθήματος. Ξεκινάγαμε με μάθημα για την πρώτη τάξη, οι υπόλοιπες γράφανε, διαβάζανε. Πριν έρθουν τα Χριστούγεννα, διαβάζαμε με ευχέρεια: «Να η Λόλα, Λόλα πέτα το τόπι». Συνέχιζε η Δεύτερη, μετά Τρίτη και Τετάρτη μαζί σαν μία τάξη και τέλος Πέμπτη και Έκτη πάλι μαζί. Ενδιάμεσα γύρω στις δέκα, κάναμε διάλειμμα μισής ώρας να φάμε και τον κόθρο. Πώς τώρα γίνονταν, δυο - δυο οι τάξεις, «ανάγκα και μαθητές πείθονται». Πήγαινες στην Πέμπτη έκανες την Ιστορία της Έκτης τη Νεώτερη, τη Βυζαντινή την κάναμε την άλλη χρονιά. Μαθαίναμε ότι οι ήρωες που βλέπαμε απέναντι στον τοίχο απελευθέρωσαν την Ελλάδα από τον Τουρκικό ζυγό και πρέπει να τους μιμηθούμε αν χρειασθεί. Φωτογραφίες του Διάκου, του Καραϊσκάκη, του Κολοκοτρώνη, του Μιαούλη στόλιζαν τον τοίχο και μας υπενθύμιζαν και το ανάλογο δικό μας χρέος προς την πατρίδα. Την άλλη χρονιά, μαθαίναμε για την άλωση της Πόλης και ξαναπέφταμε στη σκλαβιά. Έτοιμοι εμείς να πάρουμε τα όπλα, να απελευθερώσουμε την πατρίδα ξανά, σαν τον Αθανάσιο Διάκο. Τέλος πάντων βρίσκαμε άκρη, τα μπαλώναμε, εκεί θα κολλάγαμε;

     Εκεί όμως που «κολλήσαμε» ήταν με το σχέδιο της UNRA. Από τις Η.Π.Α. στέλνανε για βοήθεια, προς τις φτωχές χώρες της Ευρώπης, κουτιά με σκόνη γάλακτος για τα παιδιά. Κάθε προσφορά δεκτή, αγαπητοί μας σύμμαχοι, αλλά γάλα βρήκατε να στείλετε, στείλτε κανένα κορν μπιφ. H φτωχιά Δραμπαλίνα είχε προσληφθεί για να μας ετοιμάζει το πρωινό. Δεν γνωρίζω αν ο μισθός της ήταν σε δραχμές, σε δολλάρια ή σε μερικά κουτιά γάλα, δεν έχει και τόση σημασία. Καλή ήταν η γυναίκα, δεν λέω, αλλά ήταν λίγο, πώς να το πω, τέλος πάντων δεν άστραφταν τα ρούχα της σαν της μάνας μου. Τα πιο πολλά παιδιά ερχόμασταν φαγωμένα απ’ το σπίτι. Άχνιζε ο κουβάς που γέμιζε η μάνα μου αρμέγοντας τις δυο αγελάδες. Απ’ τον κουβά στο κατσαρόλι, μετά στη φωτιά, μη μας πιάσει κανένας μελιταίος πυρετός, κι από κει στο πιάτο. Ρίχναμε αλάτι και κόρα ψωμί έτοιμη η τριψάνα, την κάναμε ταράτσα. Από τα μαστάρια της αγελάδας μέχρι την κοιλιά μας είχε δεν είχε περάσει μισή ώρα και πολύ λέω. Αυτή η σκόνη τώρα, και φετινής εσοδείας να ήταν, ένα μήνα μονάχα ήθελε να διασχίσει τον Ατλαντικό, είχε μια ελαφριά μυρωδιά. Φθάνοντας στο σχολείο μας έπιανε τεταρταίος πυρετός. Στο προαύλιο έκαιγε δυνατή φωτιά. Πάνω στη πυροστιά ένα μεγάλο καζάνι, έβραζε το ανεπιθύμητο γάλα κι από πάνω η Δραμπαλίνα ανακάτευε. Στο πλατύσκαλο ο Αβαριτσιώτης. Κάναμε την προσευχή μας και μπαίναμε στη σειρά ο ένας πίσω από τον άλλο, μ’ ένα ποτήρι στο χέρι για το ρόφημα. Μας άδειαζε απ’ τον κούτλα στα ποτήρια μας μέχρι πάνω πάνω η θεια, δεν τσιγκουνεύονταν.

Λιγότερο θεια, να φτάσει για όλους, της έλεγε ο Νίκος της Βασίλως που είχε πιο πολύ θάρρος. Πίνονταν το ρημάδι, δεν πίνονταν. Πάμε ρε μ@λ@κ@, λέει κάποια μέρα ο Νίκος στον Τάκη τον αδελφό μου, πίσω να το χύσουμε, και πήγαν.  Από την άλλη μέρα ξεθαρρέψαμε ο ένας μετά τον άλλον μέχρι και τα πρωτάκια, γιατί "μ@λ@κες" και εμείς δεν ήμασταν, το θάρρος μας έλειπε. Πώς το πήρε μυρωδιά ο δάσκαλος δεν το ξέρω, μπορεί απ’ τις χιλιάδες  μυρμήγκια που μαζεύονταν δίπλα από τη γωνία, μπορεί να μας κάρφωσε καμιά απ’ τις κοπέλες. Μπήκαμε υπό συνεχή επιτήρηση.  Όλοι εδώ μπροστά να σας βλέπω, μας λέει αυστηρά ο δάσκαλος.  Υπήρχαν δυο τρία παιδιά με μπόλικη φτώχεια στο σπίτι, από μια κατσίκα όλοι είχαν, αλλά με μισή οκά γάλα, πού να χορτάσουν τέσσερα και πέντε άτομα, να μη φτιάξουν και λίγο τυρί;  Όσα «πλουσιόπαιδα» είχαν παρε-δώσε με τη φτωχολογιά βολεύονταν, γύριζαν και το δικό τους ποτήρι στου φίλου. Πιες και το δικό μου ρε Βασίλη, μαζευόμασταν τέσσερις πέντε γύρω απ’ τον Βασίλη τον παρακαλάγαμε, άντε να πιεί μέχρι τρία ποτήρια ο Βασίλης

Ποιος ήρθε πρώτος με γαλότσες μια μέρα χαρά Θεού, το αγνοώ. Δεν πέρασαν λίγες μέρες. Παιδιά δε σας μυρίζει η αίθουσα κάτι σα γάλα τις τελευταίες μέρες;, λέει ο δάσκαλος. Αναγκάστηκε να το παραδεχτεί κι ο ίδιος ότι την είχε την μυρωδιά του το γάλα. Απ’ έξω έρχεται κύριε, το έχει γυρίσει σε νοτιά, το καζάνι θα μυρίζει, πετάγεται ο "Σακαφλιάς". Εκείνη τη μέρα οι περισσότεροι με γαλότσες είχαν έρθει στο σχολείο. Όταν ανεβαίναμε τη σκάλα για να μπούμε για μάθημα, άκουγες πλατς πλάτς, μέχρι να βγούμε  διάλλειμα το είχαν απορροφήσει τα τσουράπια. Ποδόλουτρο με γάλα, σαν την Κλεοπάτρα, μου έλεγε η καλή  συνάδελφος Σοφία του Ιστορικού τμήματος της Φιλολογίας, που της το διηγιόμουνα. Έμειναν τα κορίτσια να πίνουν το πικρό ποτήριον στην υγειά της Αμερικής.

     Στο γυρισμό το μεσημέρι, όταν έλειπε η μάνα στα χωράφια για δουλειά, είχε έτοιμο το φαγητό η γιαγιά. Να φροντίσει τα ζωντανά, σκούπισμα, μαγείρεμα, το πρωινιάτικο κουτσομπολιό με τη γειτόνισσα απαραίτητο, περνούσε η ώρα. Ωχ πρέπει να φτιάξω και το φαγητό Παναή μ’, θα γυρίσει εκείνο το κορίτσι απ’ το σχολείο και θα φωνάζει, τα παιδιά είναι ήσυχα, την άλλη φορά πάει η τιντζιρούλα απ’ την άλλη μεριά. Και με το δίκιο της ανησυχούσε η γιαγιά, γιατί ένα μεσημέρι που δεν βρήκε έτοιμο το φαγητό, δίνει μια κλωτσιά η Κατίνα, αλλού βρέθηκε ο τέντζερης αλλού το καπάκι. Κάπου έπρεπε να βγει η καταπίεση των κοριτσιών και την πλήρωνε η γιαγιά.

    Είχαμε και ευχάριστες αναμνήσεις απ’ το σχολείο. Κάναμε και τις εκδρομές μας, μια δυο φορές το χρόνο. Τη μια στο Γοργοπόταμο, δίπλα στο ποτάμι. Μετά από συνεννόηση των δασκάλων, χάριν μιας ευρύτερης κοινωνικοποίησης συμμετείχε στο πρόγραμμα κι ο Συνοικισμός.  Δίναμε έναν αγώνα ποδοσφαίρου εφτά επί εφτά, και πολύ ήμασταν για τη μικρή λάκα γεμάτη πέτρες. Κατεβαίναμε μετά στο ποτάμι να ξεπλυθούμε και επιστροφή με τραγούδια πατριωτικά. Μια δεύτερη εκδρομή την κάναμε την άνοιξη στην Αγιά Σωτήρα. Εκεί μαζευόμασταν μέχρι και πέντε σχολεία από τα γύρω χωριά. Πέραν του χωριού μας συμμετείχαν ο Συνοικισμός απαρέγκλιτα,   οι Άνω και Κάτω Βαρδάτες και η  Φρατζή. Στο μοναστήρι τώρα, όπου εδώ είχε μεγάλη άπλα, δυο λάκες ευρύχωρες και μια μικρότερη, πέντε οι ομάδες, οι δυο μας έφταναν, με αγριάδα, χαμομήλι, παπαρούνες ιδανικός χώρος για μπάλα. Εντάξει, είχαν λίγο κατηφόρα, είχαμε πει στον καλόγερο να το ισοπεδώσουμε και μόνο που δεν μας άρχισε με τις ντουφεκιές. Στη μικρή λάκα έπαιζαν τα κορίτσια «περνά-περνά η μέλισσα».   Ας παίξουν και μπάλλα, παιδιά είναι, είπε ο καλόγερος στους δάσκαλους, μη μου κάνουν τίποτε ζημιές μοναχά. Πότε πέρασαν τρεις ώρες ούτε που το καταλάβαμε. Σφύριξαν οι δάσκαλοι, μαζευτήκαμε να φύγουμε. Αν είχε νερό να πιούμε και να πλυθούμε;  Έχετε πιεί νερό απ’ το Σωληνάρι, δεν έχετε πιεί; χάνετε. Βγήκε κι ο καλόγερος απ’ το κελί να μας αποχαιρετήσει, αλλά βλέποντας την εικόνα γύρω του ξέσπασε, άιντε σαϊτάνηδες και σας πιάσω, πού θα τρέχω να μάσω τώρα χαμομήλι γέρος άνθρωπος. Εμπρός μαρς, είπε ο δάσκαλος της Φρατζής, ήταν το μακρύτερο χωριό, να μαζεύει δρόμο και όπου φύγει - φύγει. 

    Μαθαίναμε και τραγούδια με Εθνικό-απελευθερωτικό περιεχόμενο. Για τη Βόρεια Ήπειρο και τη Ρωμυλία μιλούσε ένα απ’ αυτά και φυσικά το «Μακεδονία ξακουστή». Τα τραγουδούσαμε με σχηματισμό χορωδίας. Ο Βασίλης δεν το πήγαινε το τραγούδι, το στόμα κλειστό, ήταν ωσεί παρών. Τον έβλεπε ο δάσκαλος, τραγούδα Βασίλη· άρχιζε ο Βασίλης να ανοιγοκλείνει το στόμα, αλλά φωνή δεν έβγαζε.

     Είχαμε εν τω μεταξύ φυτέψει με την  επίβλεψη του δάσκαλου διάφορα οπωροφόρα δέντρα και φτιάξαμε το περιβόλι μας. Κάθε μαθητής είχε το δικό του δέντρο να το περιποιείται, λίγο σκάλισμα, πότισμα με την ελπίδα μια μέρα να καρποφορήσουν και να εξασφαλίσουμε το φρούτο μας στα διαλείμματα.

     Ακολουθούσαν οι διαγωνισμοί για τις μεγάλες τάξεις. Είχε διορθώσει ο δάσκαλος το διαγώνισμα των θρησκευτικών την προηγούμενη και την άλλη μέρα σχολίασε: Μια σελίδα ο Γιώργος ο Σακαφλίας τη γέμισε για το κομμένο αυτί του Στρατιώτη στον κήπο της Γεσθημανής, σηκώνει το σπαθί ο Πέτρος και κόβει το αυτί του στρατιώτη, ψάχνουνε για τ’ αυτί... που είναι τ’ αυτί, εδώ το αυτί , εκεί το αυτί, που είναι το αυτί, εγώ  το ’χω εγώ τ’ αυτί. Από τις σπάνιες περιπτώσεις που ο δάσκαλος το γύρισε στην πλάκα, μη πάρουμε και πολύ αέρα. Άντε μετά να παραπονεθεί ο Γιώργος στους παλιούς συμμαθητές του, ότι τον αδίκησε η υπηρεσία και τον κράτησε στάσιμο χωροφύλακα, αλλά να πάει να γίνει παπάς αφού είχε τέτοιο ταλέντο, ούτε που το διανοήθηκε... Καλό παιδί ο Γιώργος Βελέντζας του Νικολάου, το πλήρες όνομα του Σακαφλιά, αλλά αποφεύγω να τον χαιρετίσω δια χειραψίας. Τανάλια το χέρι του. Πιστεύω ότι το κάνει από μεγάλη συμπάθεια, αλλά καλύτερα εκ του μακρόθεν, όπως αναφέρει και Έλλη Αλεξίου για τον γαμπρό της Καζαντζάκη, περί χειραψίας. Και ο Γιώργος άλλωστε ομοίαζε του Ζορμπά.

    Έκλεινε η χρονιά με μια μικρή γιορτή, ποιήματα, κανένα σκετς και με μια φουστανέλα που κράταγε στο μπαούλο η θειά η Χριστοδουλίνα. Η αδελφή μου, ενώ το ξεκίναγε το ποίημα καλά, λίγο μετά έβαζε τα κλάματα και το ’βαζε στα πόδια.  Εγώ που το όνειρό μου από μικρός ήταν να αγοράσω τρακτέρ, μόνο ο δάσκαλος ήξερε πώς  βρέθηκα να πω στη γιορτή του σχολείου: Αεροπόρος θα γενώ στη γη να μην αγγίζω/ να βρίσκομαι στον ουρανό τα σύννεφα να σκίζω/ ψυχή και χέρι σταθερό σαν πιάνω το τιμόνι/ να γίνομαι πότε αητός και πότε χελιδόνι .

     Έβγαζε ο δάσκαλος τα αποτελέσματα της χρονιάς. Με πόσο το πήρες Σωτήρη, με έξι, εσύ Γιάννη; με οκτώ. Όλοι ευτυχείς, αλλά πανευτυχής ήταν μόνο ο Γιαλέσας που φώναζε πέρασα, πέρασα... αφού όλη τη χρονιά δεν διάβαζε και κυνηγούσε τσίχλες και κοτσύφια και αυτό ήταν που έδινε όλη την γλύκα...

 

ΣΧΟΛΙΚΟ ΕΤΟΣ 1954-55

 

Τάξη Πρώτη

Βελέντζα Ντίνα του Νικολάου

Λουρής Ιωάννης του Γεωργίου

Σκορδοκόπανος Γεώργιος του Χρήστου

Σκορδοκόπανου Παναγιώτα του Ιωάννη

Χουλιάρας Αθανάσιος του Παναγιώτη 

 

Τάξη Δεύτερη

Δοντάς Σωτήριος  του Δημητρίου

Δράμπαλης Βασίλειος  του Ιωάννου

Λαμπρόπουλος Βασίλειος του Σταύρου

 Λαμπροπούλου Ελένη του Κων/νου

 Στεργίου Αθανάσιος του Νικολάου

 Χασιακός Σπυρίδων του Δημητρίου

 

Τάξη Τρίτη

Αγγελής Νικόλαος του Γεωργίου 

Βελέντζας Γεώργιος του Νικολάου

Δράμπαλη Αρετή του Ιωάννη

Κολοβελώνης  Αθανάσιος του Βασιλείου

Κολοβελώνης  Χρήστος  του Ιωάννη

Σπυρόπουλος Νικόλαος του Σπύρου

Χουλιάρας Χρήστος του Παναγιώτη

 

Τάξη Τετάρτη

Αγγελής  Νικόλαος του Κων/νου

Λουρής  Χρήστος του Γεωργίου

Κολοφωτιά Αλεξάνδρα του Δημητρίου 

Παρηγόρης  Γεώργιος του  Κων/νου

Σκορδοκόπανου Παναγιώτα του Χρήστου

Μπρέκη Μαρία του Κων/νου

 

 Τάξη Πέμπτη

Αποστολόπουλος Γεώργιος του Ιωάννη

 Δοντάς  Ιωάννης  του Δημητρίου

Δοντάς  Κων/νος του Νικολάου

 Δράμπαλης  Γεώργιος του Ιωάννη

Ζαγγογιάννης  Δημήτριος του Κων/νου

 Καλτσάς  Δημήτριος του Κων/νου

 Λαμπρόπουλος  Γεώργιος του Κων/νου

Λουρή  Αικατερίνη του Γεωργίου

Μπίμπαση  Κούλα του Νικολάου

Σπυρόπουλος  Κων/νος του Σπύρου

Χασιακού Θεοδώρα του Δημητρίου

 

 Τάξη Έκτη

Αθανασίου  Κων/νος του Αντωνίου

Βελέντζας  Κων/νος του Βασιλείου

Λαμπρόπουλος  Βασίλειος του Κων/νου

 Μακρής  Βασίλειος  του Ιωάννη

 Σταϊκούρας  Κων/νος του Χρήστου

 

 ***  Χρονογράφημα  του  Γιάννη Λουρή ***